Η Κομμουνιστική Διεθνής και το Κομμουνιστικό Κόμμα ΕλλάδαςΗ προσχώρηση του ΚΚΕ στην Κομμουνιστική Διεθνή αποτέλεσε νίκη του μαρξισμού-λενινισμού στο ελληνικό εργατικό κίνημα Η μαρξιστικο-λενινιστική κοσμοθεωρία, ο προλεταριακός διεθνισμός και ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, βρίσκονταν και βρίσκονται πάντα στο επίκεντρο των επιθέσεων εχθρών και άσπονδων φίλων του ΚΚΕ. Και το γεγονός αυτό καθόλου δε μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο, διότι τόσο η αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκφραστές, όσο και οι κάθε λογής αποστάτες και προδότες του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος γνωρίζουν καλά, πως αν το ΚΚΕ εγκατέλειπε, αν απαρνούνταν την επαναστατική κοσμοθεωρία του, το μαρξισμό-λενινισμό, αν παραιτούνταν από τον προλεταριακό διεθνισμό του και αν εγκατέλειπε την οργανωτική αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, θα έπαυε να είναι κόμμα επαναστατικό. Θα μετατρεπόταν σε ένα κόμμα ρεφορμιστικό, σοσιαλδημοκρατικό σαν όλα τα άλλα κόμματα της αστικής τάξης, άρα ακίνδυνο για τα συμφέροντα της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας, αφού θα ενσωματωνόταν στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, στην πολιτική διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος. Αν το ΚΚΕ μπόρεσε να αντιμετωπίσει τους άγριους διωγμούς, την πολύχρονη παρανομία, αν τα κατάφερε να μείνει όρθιο και να βρίσκεται πάντα στις επάλξεις των αγώνων της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων, αυτό το οφείλει στην αφοσίωσή του στη μαρξιστικο-λενινιστική ιδεολογία, στον προλεταριακό διεθνισμό και στους ακατάλυτους δεσμούς του με την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό. «Χωρίς τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, που δίνει τη δυνατότητα κατανόησης των νομοτελειών της κοινωνικής ζωής, ορθού προσανατολισμού και επεξεργασίας της τακτικής και της στρατηγικής μας, το Κόμμα μας, κανένα κομμουνιστικό και εργατικό κόμμα, δε θα μπορέσει να οδηγήσει την εργατική τάξη στην ιστορική της αποστολή» Οι οχτώ δεκαετίες ζωής και δράσης του ΚΚΕ, δείχνουν ότι ένας από τους παράγοντες παρεκκλίσεων ήταν η παραβίαση των λενινιστικών κανόνων της κομματικής ζωής και των αρχών της οργανωτικής του συγκρότησης και λειτουργίας. Μια από τις βασικές αιτίες των λαθών και υποχωρήσεων που δεν επέτρεψαν τη νίκη όταν αυτή ήταν δυνατή υπήρξε η ιδεολογική ανεπάρκεια και η υποτίμηση των θεωρητικών και ιδεολογικών αναλύσεων. Η καλύτερη και η πιο αποτελεσματική απάντηση στις κάθε είδους συκοφαντικές επιθέσεις που δέχεται το κόμμα μας, επιθέσεις που εκπορεύονται από συγκεκριμένα κέντρα και έχουν συγκεκριμένους στόχους, είναι η συνεχής και αδιάκοπη προσπάθεια για την υπεράσπιση της μαρξιστικο-λενινιστικής ιδεολογίας, για τη συνεχή μελέτη, αφομοίωση, ανάπτυξη και δημιουργική εφαρμογή της. Η σωστή εφαρμογή των βασικών αρχών οργανωτικής συγκρότησης και λειτουργίας του, η συλλογική καθοδήγηση, η κριτική και αυτοκριτική, η ορθή επιλογή και ανάδειξη στελεχών και όλων των καθοδηγητικών οργάνων. Επίσης, στις επιθέσεις που δέχεται το ΚΚΕ, σαν κόμμα τριτοδιεθνιστικό, η καλύτερη απάντηση είναι η γνώση της προσφοράς και της πείρας (θετικής και αρνητικής) της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κ.Δ.), στη συγκρότηση, την άνδρωση και την ανάπτυξη του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, στη δημιουργία δυνατών κομμουνιστικών κομμάτων νέου τύπου. Μια σύντομη αναφορά στην Ιδρυση και δράση της Κ.Δ. θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί οι αντίπαλοι του κομμουνιστικού κινήματος, χρησιμοποιούν τη γνωστή μέθοδο της λαθολογίας προκειμένου να διαστρεβλώσουν και παραποιήσουν ορισμένες θεμελιακές ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές αξίες με τις οποίες η Κ.Δ. εξόπλισε το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα: Τη λενινιστική διδασκαλία για το Κόμμα νέου τύπου, τον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης, την αρχή της δικτατορίας του προλεταριάτου και τον προλεταριακό διεθνισμό. Η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς Στις 2 του Μάρτη 1919 στη Μόσχα άρχισε τις εργασίες της η πρώτη Παγκόσμια Διάσκεψη των κομμουνιστικών και των αριστερών σοσιαλδημοκρατικών οργανώσεων, με σκοπό την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κ. Δ.). Ανοίγοντας τις εργασίες, ο Β. Ι. Λένιν, μεταξύ άλλων, είπε: «...Το Συνέδριό μας έχει μεγάλη κοσμοϊστορική σημασία. Αποδείχνει τη χρεοκοπία όλων των αυταπατών της αστικής δημοκρατίας (...). Η αστική τάξη έχει καταληφθεί από αλλοφροσύνη μπροστά στο αναπτυσσόμενο επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου (...). Ο λαός νοιώθει το μεγαλείο και τη σημασία της πάλης του που διεξάγεται τώρα. Χρειάζεται μόνο να βρεθεί η πραχτική εκείνη μορφή, που θα δώσει στο προλεταριάτο τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει την κυριαρχία του. Τέτια μορφή είναι το σοβιετικό σύστημα με τη δικτατορία του προλεταριάτου». Στις 4 του Μάρτη ο Β. Ι. Λένιν εισηγείται το θέμα της αστικής δημοκρατίας και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αναλύει την ουσία της αστικής δημοκρατίας σα δημοκρατία της μειοψηφίας και υπογραμμίζει την ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας καινούργιας δημοκρατίας, της δημοκρατίας του προλεταριάτου, που είναι η δημοκρατία της πλειοψηφίας. Η υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας από τους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες εκείνης της εποχής και οι επιθέσεις τους εναντίον της δικτατορίας του προλεταριάτου, ήταν άρνηση του δικαιώματος του προλεταριάτου να έχει τη δική του δημοκρατία, την προλεταριακή δημοκρατία. Οι θέσεις που αναπτύχθηκαν από το Λένιν για την αστική δημοκρατία και για τη δικτατορία του προλεταριάτου αποτέλεσαν τη βάση των αποφάσεων που πάρθηκαν στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Κ.Δ.. Στο Μανιφέστο του Ιδρυτικού Συνεδρίου της Κ.Δ. προς το διεθνές προλεταριάτο διαβάζουμε: «Πέρασαν 72 χρόνια από τότε που το Κομμουνιστικό Κόμμα διακήρυξε στον κόσμο το πρόγραμμά του με τη μορφή ενός μανιφέστου, γραμμένου από τους μεγάλους δασκάλους της προλεταριακής επανάστασης, Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς. Ακόμα από τότε ο κομμουνισμός, που μόλις είχε μπει στο στίβο του αγώνα, πολιορκήθηκε από την κατασυκοφάντηση, το ψέμα, το μίσος και τη δίωξη των κυρίαρχων τάξεων, που με το δίκιο τους προαισθάνονταν σε αυτόν, το θανάσιμο εχθρό τους. Στην πορεία αυτών των εφτά δεκαετιών, η ανάπτυξη του κομμουνισμού πέρασε δύσκολους δρόμους: Εφόδους ανόδου, αλλά και περίοδες κατάπτωσης, επιτυχίες αλλά και σκληρές ήττες. Ωστόσο, η ανάπτυξη ακολούθησε βασικά το δρόμο που είχε χαραχτεί στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η εποχή της τελευταίας αποφασιστικής μάχης άρχισε αργότερα απ' ό,τι περίμεναν και επιθυμούσαν οι απόστολοι της κοινωνικής επανάστασης. Αλλά άρχισε. Εμείς οι κομμουνιστές, οι εκπρόσωποι του επαναστατικού προλεταριάτου διαφόρων χωρών της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας, που συγκεντρωθήκαμε στη σοβιετική Μόσχα, αισθανόμαστε και θεωρούμε τους εαυτούς μας σαν διαδόχους και εκτελεστές της υπόθεσης, που στο πρόγραμμά της διακηρύχθηκε πριν από 72 χρόνια». Ενώ στη Μόσχα διεξαγόταν το Α΄ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οι λαοί του πρώτου κράτους των εργατών και των αγροτών, διεξήγαγαν έναν ηρωικό αγώνα εναντίον της ιμπεριαλιστικής επέμβασης και της εσωτερικής αντεπανάστασης. Ταυτόχρονα, η επαναστατική άνοδος στον καπιταλιστικό κόσμο εξακολουθούσε να μεγαλώνει. Οι εργαζόμενοι των καπιταλιστικών χωρών συνδύαζαν τον ταξικό τους αγώνα με εκδηλώσεις για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ρωσίας. Στην ιμπεριαλιστική επέμβαση εναντίον του νεαρού σοβιετικού κράτους οι εργαζόμενοι απαντούσαν με την ανάπτυξη των αγώνων τους και με σύνθημα: «Κάτω τα χέρια από τη Ρωσία». Οι εργάτες στο Βερολίνο κατέβηκαν από τις 3 ως τις 12 του Μάρτη 1919, σε γενική απεργία που εξελίχθηκε σε ένοπλο αγώνα. Στην Ουγγαρία, τη Βαυαρία και τη Σλοβακία ξέσπασαν προλεταριακές επαναστάσεις. Αποτέλεσμα της προλεταριακής εξέγερσης στην Ουγγαρία ήταν η εγκαθίδρυση στις 21 του Μάρτη 1919 της Δημοκρατίας των Σοβιέτ. Ορμητικά αναπτύσσονταν το εθνικοαπελευθερωτικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα στην Κίνα, στις Ινδίες, στην Ινδονησία, στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στο Μαρόκο και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα για την κατάσταση στην οποία πραγματοποιήθηκε το ιδρυτικό Συνέδριο της Κ. Δ. ήταν τα επαναστατικά τραντάγματα στον καπιταλιστικό κόσμο και η αυξανόμενη ακτινοβολία της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στον αγώνα της διεθνούς εργατικής τάξης. Ο Β. Ι. Λένιν, κάνοντας την εκτίμηση της κοσμοϊστορικής σημασίας της ίδρυσης της Κ.Δ., έγραφε: «Η ίδρυση της ΙΙΙ Κομμουνιστικής Διεθνούς... ήταν καταγραφή εκείνου που είχαν κατακτήσει όχι μόνο οι ρωσικές προλεταριακές μάζες, όχι μόνο οι μάζες της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας, αλλά και οι γερμανικές προλεταριακές μάζες και οι αυστριακές, οι ουγγρικές, οι φιλανδικές, οι ελβετικές - με δυο λόγια οι διεθνείς προλεταριακές μάζες». Καθορίζοντας δε, την ιστορική θέση της ΙΙΙ Διεθνούς, έγραφε: «Η Πρώτη Διεθνής έθεσε τα θεμέλια της προλεταριακής, της διεθνούς πάλης για το σοσιαλισμό. Η Δεύτερη Διεθνής ήταν εποχή προετοιμασίας του εδάφους για μια πλατειά, μαζική επέκταση του κινήματος σε μια σειρά χώρες. Η Τρίτη Διεθνής αφομοίωσε τους καρπούς δουλειάς της Δεύτερης Διεθνούς, πέταξε την οπορτουνιστική, τη σοσιαλ-σοβινιστική, την αστική και μικροαστική της σαβούρα και άρχισε να πραγματοποιεί τη δικτατορία του προλεταριάτου». Μετά το Πρώτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα έκανε σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Πολλά κόμματα και οργανώσεις ξέκοψαν από τη Β΄ Διεθνή και μετατράπηκαν σε κομμουνιστικά κόμματα. Συγκεκριμένα: Από το Μάη του 1919 ως το Νοέμβρη του 1920, κομμουνιστικά κόμματα δημιουργήθηκαν στη Γιουγκοσλαβία, στις ΗΠΑ, στο Μεξικό, στη Δανία, στην Ισπανία, στην Ινδονησία, στο Ιράν, στη Μεγάλη Βρετανία, στην Τουρκία, στην Ουρουγουάη και στην Αυστραλία. Επίσης, πολλά κόμματα, μεταξύ των οποίων και το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΕΚΕ), δήλωναν προσχώρηση στην Κ. Δ.. Το 2ο Συνέδριο της Κ.Δ. (Ιούλης-Αύγουστος) του 1920, τόνισε ότι το κυριότερο καθήκον της Κ.Δ. είναι να προετοιμάσει το προλεταριάτο για τους αποφασιστικούς αγώνες. Στην απόφαση του συνεδρίου «Για το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος στην προλεταριακή επανάσταση», τονιζόταν η ανάγκη του αυστηρού διαχωρισμού της έννοιας κόμμα από την έννοια τάξη, όπως είχαν διατυπωθεί από το Λένιν στο έργο του «Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστεια του κομμουνισμού». «Το κομμουνιστικό κόμμα», αναφερόταν στο ντοκουμέντο, «είναι μέρος της εργατικής τάξης, το πιο πρωτοπόρο, το πιο συνειδητό, το πιο επαναστατικό. Το κομμουνιστικό κόμμα διαφέρει από όλη τη μάζα των εργατών με το ότι αγκαλιάζει όλο τον ιστορικό δρόμο της εργατικής τάξης στο σύνολό της και προσπαθεί σε όλες τις καμπές αυτού του δρόμου να υπερασπίσει τα συμφέροντα όχι ορισμένων ομάδων, ορισμένων επαγγελμάτων, αλλά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στο σύνολό της. Το κομμουνιστικό κόμμα είναι ο οργανωτικο-πολιτικός μοχλός, με τη βοήθεια του οποίου το πιο πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης κατευθύνει στο σωστό δρόμο όλη τη μάζα του προλεταριάτου και του μισοπρολεταριάτου». Το 2ο Συνέδριο της Κ.Δ. παίρνοντας υπόψη τον κίνδυνο να πλημμυρίσει από ασταθή και μεσοβέζικα στοιχεία που δεν είχαν ξεκόψει ακόμα από την ιδεολογία του ρεφορμισμού, την κληρονομιά της σοσιαλδημοκρατίας και του αναρχο-συνδικαλισμού, ενέκρινε τους βασικούς όρους εισδοχής στην Κομμουνιστική Διεθνή που ήταν: Η αναγνώριση της αναγκαιότητας της δικτατορίας του προλεταριάτου και η συνεπής συστηματική πάλη γι' αυτήν, η πλήρης ρήξη με τους ρεφορμιστές και τους κεντριστές και το διώξιμό τους από το κόμμα. Ο συνδυασμός των νόμιμων και παράνομων μεθόδων δουλειάς. Η συστηματική και επίμονη δουλειά μέσα στο στρατό, στο χωριό για το κέρδισμα των εργατών γης και των φτωχών αγροτών. Συστηματική δουλειά στα ρεφορμιστικά συνδικάτα και στα αστικά κοινοβούλια: Τα κόμματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς πρέπει να λέγονται κομμουνιστικά και να είναι συγκροτημένα με βάση την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Ολες οι αποφάσεις των συνεδρίων της Κ.Δ και της Εκτελεστικής της Επιτροπής είναι υποχρεωτικές για όλα τα κόμματα που ανήκουν στην Κ.Δ. Αναθεώρηση των παλιών σοσιαλδημοκρατικών προγραμμάτων και ετοιμασία νέων κομμουνιστικών προγραμμάτων, προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας τους και στο πνεύμα της Κ.Δ. Η Κ.Δ. και η Εκτελεστική Επιτροπή (ΕΕ) της, τονιζόταν στην απόφαση του συνεδρίου «οφείλουν να παίρνουν υπόψη τους όλη την πολυμορφία των συνθηκών στις οποίες είναι υποχρεωμένα να δρουν και να αγωνίζονται τα διάφορα κόμματα και να παίρνουν αποφάσεις γενικού, υποχρεωτικού χαρακτήρα μόνο πάνω σε ζητήματα που τέτιες αποφάσεις είναι δυνατές. Τα κομμουνιστικά κόμματα που ανήκουν στην ΚΔ έχουν υποχρέωση να υποστηρίζουν με κάθε τρόπο τις Σοβιετικές Δημοκρατίες στους αγώνες τους ενάντια στην αντεπανάσταση και τους ιμπεριαλιστές». Η «21 όροι» του 2ου Συνεδρίου τους οποίους κάθε κόμμα που ήθελε να ανήκει στην Κ.Δ. έπρεπε όχι μόνο να αποδεχθεί, αλλά και να τους κάνει βάση της δράσης του, επιδίωκαν να εμποδίσουν τη διείσδυση στο κομμουνιστικό κίνημα σοσιαλδημοκρατικών και κεντριστικών δυνάμεων, που ενώ στα λόγια ασπάζονταν τη δικτατορία του προλεταριάτου, στην πράξη αρνούνταν να αλλάξουν την οπορτουνιστική τους τακτική. Αναφερθήκαμε επιγραμματικά στα δύο πρώτα συνέδρια της Κ.Δ. και στις κυριότερες αποφάσεις τους, για να υπογραμμίσουμε ότι η Κ.Δ. που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του κόμματος των μπολσεβίκων έθεσε τις βάσεις του Διεθνούς Κομμουνιστικού κινήματος, το καθοδήγησε επί ένα τέταρτο του αιώνα, εξασφαλίζοντας του την ενότητα και τη συσπείρωση των κομμουνιστικών κομμάτων στο πνεύμα της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας και της διεθνούς αλληλεγγύης. Με τη βοήθεια της Κ.Δ. το ΚΚΕ διαμορφώνεται σε κόμμα νέου τύπου Μελετώντας κανείς τα πρακτικά του ιδρυτικού συνεδρίου του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ), καθώς και τα ντοκουμέντα που ψήφισε, μπορεί να διαπιστώσει ότι ύστερα από οξύτατες συζητήσεις και διαφωνίες και όχι χωρίς συμβιβασμούς, επικράτησαν τελικά οι επαναστατικές θέσεις. Αυτό βέβαια, καθόλου δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν ακόμη και σοβαρά κενά και συγχύσεις στη μαρξιστική θεωρητική κατάρτιση των πιο πολλών στελεχών του νέου κόμματος, κενά και συγχύσεις που άφηναν περιθώρια επιρροής σε διαμορφωμένους σοσιαλδημοκράτες της δεξιάς, αλλά και που ευνοούσαν ορισμένη σχηματικότητα και δογματική μεταφορά των γενικά σωστών θέσεων, χωρίς επαρκή επεξεργασία τους για τις ελληνικές συνθήκες. Γεγονός,πάντως, είναι ότι στο βασικό ντοκουμέντο του Ιδρυτικού Συνεδρίου «Αι αρχαί και το Πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος», διακηρύσσεται η αρχή της ταξικής πάλης και ο σκοπός του Κόμματος που είναι η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη «δια της επαναστατικής δράσης», η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και τονίζεται η σημασία της ενιαίας δράσης της παγκόσμιας εργατιάς. Από τις βασικές προγραμματικές θέσεις του Ιδρυτικού Συνεδρίου προκύπτει ότι το ΣΕΚΕ θεμελιώθηκε σαν Κόμμα προλεταριακό, επαναστατικό, Κόμμα δράσης για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού, Κόμμα πατριωτικό-διεθνιστικό. Μια γενική αναφορά στα κυριότερα στάδια ανάπτυξης του Κόμματος, θα μας βοηθήσει να παρακολουθήσουμε την πορεία διαμόρφωσης των πιο βασικών ιδεολογικοπολιτικών και οργανωτικών αρχών του, την πορεία διαμόρφωσής του σε Κόμμα νέου τύπου, με τη βοήθεια της Κ.Δ.. Αμέσως μετά την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στους κόλπους του νεοϊδρυμένου κόμματος της εργατικής τάξης της χώρας μας, άρχισε μια έντονη συζήτηση και διαπάλη για το αν έπρεπε να ενταχθεί στην Κ.Δ. ή όχι. Η διαπάλη αυτή απηχούσε τις δύο ταχτικές (τη δεξιά οπορτουνιστική ταχτική των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης από τη μια πλευρά, και τη λενινιστική από την άλλη), στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, όπως αυτές είχαν διατυπωθεί λίγο πριν την έναρξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Το πρώτο Εθνικό Συμβούλιο του ΣΕΚΕ (Μάης 1919) αποφάσισε τη σύνδεση του νεοϊδρυμένου Κόμματος με την Κομμουνιστική Διεθνή. Στη σχετική απόφαση αναφέρεται: «Το Σοσιαλιστικόν εργατικόν κόμμα λαβόν υπόψιν ότι τα κόμματα και τα στοιχεία που απαρτίζουν σήμερον τη β΄ Διεθνή επρόδωσαν την σοσιαλιστικήν ιδεολογίαν συμπράττοντα με τας αστικάς κυβερνήσεις κατά το διάστημα του πολέμου και ότι συνεργαζόμενα με αυτάς εγκατέλειψαν την πάλην των τάξεων, ενίσχυσαν τον ιμπεριαστικόν πόλεμον, αντιστάθηκαν εις την αδελφοποίησιν των λαών και εις την επανίδρυσιν της σοσιαλιστικής Διεθνούς. Παρατηρούν επίσης ότι η β΄ Διεθνής συγκεντρωθείσα εις Βέρνην και Αμστερνταμ δεν έκαμε τίποτε δια τα κόμματα που επρόδωσαν τον αγώνα και είναι αδύνατη και ανίκανη να απαλλαχθή από αυτά δια μιας αναγκαίας εκκαθαρίσεως. Α π ο φ α σ ί ζ ε ι: 1. Να αποχωρήσει εκ της β΄ Διεθνούς και να αποκηρύξη την οπορτουνιστικήν τακτικήν της. 2. Δίδει εντολήν εις την Κεντρικήν επιτροπήν να προπαρασκευάσει το έδαφος δια την προσχώρηση εις την γ΄ Διεθνή μη αποκλειομένου εκ τούτου να ευρίσκεται εις σχέσεις με τα κόμματα εκείνα της β΄ (Διεθνούς) τα οποία έμειναν πιστά εις τας σοσιαλιστικάς αρχάς». Λίγο αργότερα, το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, το Δεύτερο Εθνικό Συμβούλιο του ΣΕΚΕ επιβεβαίωσε την απόφαση του Πρώτου Εθνικού Συμβουλίου για την προσχώρηση του ΣΕΚΕ στην Κομμουνιστική Διεθνή και αποφάσισε την αποστολή του Δ. Λιγδόπουλου, σαν εκπροσώπου του ΣΕΚΕ στη Συνδιάσκεψη της Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας (Γενάρης 1920) στη Σόφια (σε αυτή τη Συνδιάσκεψη πάρθηκε η απόφαση για τη μετονομασία της Ομοσπονδίας σε Κομμουνιστική) και σε συνέχεια στη Μόσχα για να συμμετάσχει στις εργασίες του 2ου Συνεδρίου της Κ.Δ. και να συνδέσει το Κόμμα με την Κομμουνιστική Διεθνή. Το 2ο Συνέδριο του ΣΕΚΕ (Απρίλης 1920) έδωσε αποφασιστική μάχη υπέρ του λενινιστικού προσανατολισμού του κόμματος στο θέμα της εξουσίας του προλεταριάτου και της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού του Κόμματος στην οικοδόμηση και λειτουργία του, σαν κόμματος νέου τύπου. Απέρριψε τις απόψεις των οπαδών της «ελευθερίας» των ομάδων και υπερασπίστηκε τη μαρξιστική-λενινιστική θέση για ενιαία πειθαρχία μέσα στο κόμμα και την αρχή της ιδεολογικής και οργανωτικής ενότητας του κόμματος. Αποδέχθηκε την αρχή της δικτατορίας του προλεταριάτου, και ψήφισε νέο Καταστατικό, προσθέτοντας στον τίτλο του κόμματος της λέξη «Κομμουνιστικό». Ετσι, ο τίτλος του κόμματος έγινε ΣΕΚΕ (Κ). Σημαντικό, ιστορικής σημασίας βήμα, ήταν η απόφαση του συνεδρίου για την προσχώρηση του κόμματος στην Κομμουνιστική Διεθνή. Παραθέτουμε ολόκληρη την απόφαση του Συνεδρίου: «Το β΄ Εθνικόν συνέδριον του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδας δεχόμενον. α) Οτι η β΄ Διεθνής, αποβλέπουσα εις την δημιουργίαν «εθνικών σοσιαλισμών», αναγνωρίσασα την ανάγκην της εθνικής αποκαταστάσεως και μη δυνηθείσα δια τούτο κατά την κρίσιμον στιγμήν της κηρύξεως του πολέμου, να κρατήση υψηλά την καθαρώς διεθνιστικήν σημαίαν του σοσιαλισμού, έπαυσε να εμπνέη εμπιστοσύνην εις τα επαναστατικά κόμματα, αι δε αρχαί της δεν έχουν πλέον την δύναμιν να ηλεκτρίσουν και να διαπαιδαγωγήσουν τας εργαζόμενας μάζας δια τον τελικόν σκοπόν, γεγονός δια το οποίον όλα τα κόμματα που ηρνήθηκαν να συμμαχήσουν με την αστικήν τάξιν, όλα τα ζωντανότερα και πλησιέστερον προς το τέρμα του αγώνος των ευρισκόμενα κόμματα έπαυσαν αποτελούντα τμήματα της Διεθνούς ταύτης, β) ότι η παρούσα περίοδος είναι περίοδος μεταβατική, κατά την οποίαν το παγκόσμιον προλεταριάτον πρέπει να ετοιμάζεται διαρκώς δια την κατάληψιν της εξουσίας, της οποίας πρώτος σταθμός θα είναι η επιβολή της δικτατορίας του και όχι η αστική δημοκρατία υπό οιανδήποτε μορφήν, γ) Οτι προς τον σκοπόν της διατηρήσεως της ακμής του επαναστατικού πνεύματος είναι απαραίτητον να ενισχυθή πάση δυνάμει η ρωσική επανάστασις και δ) ότι αι ιδιαίτεραι γεωγραφικαί και ιστορικαί συνθήκαι, υπό τας οποίας αναπτύσσεται το κίνημα της εργατικής τάξεως εις την Ελλάδα, επιβάλλουν εις το Κόμμα, το οποίον την αντιπροσωπεύει, ν' ακολουθήσει τον δρόμον που ηκολούθησαν ήδη τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα της Βαλκανικής. Α π ο φ α σ ί ζ ε ι: 1. Εγκρίνει την απόφασιν του Εθνικού συμβουλίου περί αποχωρήσεως του Κόμματος από την β΄ Διεθνή. 2. Το Κόμμα προσχωρεί οργανικώς εις την γ΄ Διεθνή της Μόσχας, της οποίας δέχεται τας αρχάς και τα ψηφίσματα. 3. Εγκρίνει και επιδοκιμάζει τας αποφάσεις της Βαλκανικής κομμουνιστικής συνδιασκέψεως ήτις συνήλθεν εν Σόφια την 15ην Ιανουαρίου (ν. η) ε. έ. Και 4. Δίδει εντολήν εις την ΚΕ να εργασθή δια να συνδεθή το Κόμμα στενώτερον με τα σοσιαλιστικά κόμματα της Βαλκανικής που ακολουθούν την γ΄ Διεθνή δια την προπαρασκευήν κοινού αγώνος των προλεταρίων της Βαλκανικής προς δημιουργίαν της Ομοσπονδιακής σοσιαλιστικής δημοκρατίας των συμβουλίων των εργατών και αγροτών της Βαλκανικής». Η προσχώρηση του ΣΕΚΕ (Κ) στην Κομμουνιστική Διεθνή ήταν μια νίκη του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού στο ελληνικό εργατικό κίνημα, μια νίκη κατά του οπορτουνισμού της β΄ Διεθνούς. Ηταν μια πράξη που δικαιώθηκε ιστορικά γιατί βοήθησε στη μαρξιστική-λενινιστική οικοδόμηση και την επαναστατική δράση του Κόμματος. Το Εκτακτο Εκλογικό Συνέδριο του Κόμματος (Σεπτέμβριος 1920), στο φως των αποφάσεων του 2ου Συνεδρίου της Κ.Δ. (Ιούλης-Αύγουστος 1920) διορθώνει τη θέση του 1ου Συνεδρίου στο αγροτικό. Αντί της εθνικοποίησης της γης, ζητά την «άμεση και οριστική κατοχή των αγροκτημάτων από τους δουλευτές τους, χωρίς αποζημίωση και ταυτόχρονη κατάσχεση των έκτακτων πολεμικών κερδών των τσιφλικάδων». Με την απόφαση αυτή το Κόμμα βάζει προοδευτικά το μαρξιστικό-λενινιστικό θεμέλιο της εργατο-αγροτικής συμμαχίας. Το Νοέμβρη του 1924, συνήλθε το 3ο Εκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ (Κ), ένα από τα σημαντικότερα συνέδρια του Κόμματός μας. Πριν όμως αναφερθούμε στις αποφάσεις και στη σημασία τους, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλη η δραστηριότητα του ΣΕΚΕ (Κ) για την αποτελεσματική παρουσία του στην πολιτική ζωή και στους αγώνες του εργαζόμενου λαού σαν κόμματος επαναστατικού συμβάδιζε, όπως ήταν φυσικό, με έντονη εσωκομματική διαπάλη για την αποκρυστάλλωση μιας όλο και πιο σωστής μαρξιστικο-λενινιστικής κατεύθυνσης, για την υπερνίκηση αντιμαρξιστικών απόψεων και τάσεων. Ανάλογα με την οξύτητα των αντικειμενικών περιστάσεων, με το ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο των στελεχών και το βαθμό επίδρασης των α΄ ή β΄ λαθεμένων απόψεων, το ΣΕΚΕ (Κ) προχωρούσε, όπως και τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα, στην ιδεολογική του ωρίμανση και παγίωση. Και, προς την κατεύθυνση αυτή, τεράστιος ήταν ο ρόλος της Κ.Δ. Το 3ο Εκτακτο Συνέδριο συνήλθε σε δύσκολες εσωκομματικές συνθήκες. Τα δεξιά στοιχεία (Μπεναρόγιας) υποστήριζαν ότι η εργατική τάξη δεν είναι σε θέση να διεξάγει έντονους και μακροχρόνιους αγώνες και ότι το Κόμμα πρέπει να εγκαταλείψει κάθε μορφή επαναστατικού αγώνα. Ζητούσαν την αναθεώρηση της γραμμής του κόμματος και την προσαρμογή του προς τα Προγράμματα της σοσιαλδημοκρατίας. Τα εξτρεμιστικά στοιχεία (Ε. Παπαναστασίου), από την άλλη, προσπαθούσαν να σπρώξουν το Κόμμα σε αναρχοτυχοδιωκτικές ενέργειες, καταπολεμούσαν κάθε προσπάθεια συνεργασίας με τα μη προλεταριακά κόμματα και οργανώσεις. Στο μεταξύ τον Ιούνη του 1924, είχε συνέλθει το 5ο Συνέδριο της Κ.Δ. το οποίο χάραξε τα καθήκοντα των ΚΚ στις νέες συνθήκες της προσωρινής υποχώρησης του επαναστατικού κύματος. Το συνέδριο εκείνο έθετε σαν κύριο καθήκον την ανάπτυξη των ΚΚ σε οργανωτικά και ιδεολογικά ισχυρά μαζικά κόμματα, ικανά να καθοδηγήσουν πιο αποτελεσματικά την πάλη των μαζών στις χώρες τους. Με άλλα λόγια, το 5ο Συνέδριο της Κ.Δ. έβαζε σαν κύριο καθήκον την μετατροπή των ΚΚ σε μαρξιστικά-λενινιστικά κόμματα. Το 3ο Εκτακτο Συνέδριο ενέκρινε ομόφωνα τις αποφάσεις του 5ου συνεδρίου της Κ.Δ. και αποδέχθηκε του «21 όρους» στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε. Το 3ο Εκτακτο Συνέδριο επεξεργάστηκε την τακτική του Ενιαίου Μετώπου και προσανατόλισε το Κόμμα στην οργάνωση των καθημερινών αγώνων της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Ψήφισε λεπτομερείς θέσεις για την αναδιοργάνωση του Κόμματος με βάση τους εργοστασιακούς πυρήνες και, με βάση τη νέα μορφή οργάνωσης, ψήφισε νέο Καταστατικό, προσαρμοσμένο στις αποφάσεις του 5ου Συνεδρίου της Κ.Δ. Αποφάσισε τη μετονομασία του Κόμματος σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, Ελληνικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΚΕ, ΕΤΚΔ). Με τις αποφάσεις του 3ου Εκτακτου Συνεδρίου, το ΚΚΕ, μπήκε στο δρόμο της μετατροπής του σε Κόμμα νέου τύπου. Βαθμιαία, μέσα στους καθημερινούς αγώνες και με την αδιάλλακτη πάλη του ενάντια σε κάθε είδους παρέκκλιση, άρχισε να διαμορφώνεται σε Κόμμα μαρξιστικό-λενινιστικό. Αρχισε με άλλα λόγια, να αποκτά τα βασικά εκείνα γνωρίσματα που πρέπει να έχει κάθε Κόμμα νέου τύπου. Από τις 17 του Ιούλη ως την 1η του Σεπτέμβρη 1928, διεξήχθησαν στη Μόσχα οι εργασίες του 6ου Συνεδρίου της Κ.Δ. Οταν διεξάγονταν οι εργασίες του Συνεδρίου στον ορίζοντα διαγραφόταν ήδη το τέλος της σχετικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού. Στο επίκεντρο του Συνεδρίου βρέθηκε η εκπόνηση του Νέου Προγράμματος της Κ.Δ. για τα μέτρα πάλης κατά του κινδύνου του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Στο Πρόγραμμα της Κ.Δ. που ψηφίστηκε από το 6ο Συνέδριο δινόταν η εκτίμηση των δυνάμεων της επανάστασης και συγκεκριμενοποιούνταν οι δρόμοι της πάλης για τον τελικό σκοπό του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος - τον κομμουνισμό. Με βάση τις συνθήκες και τους δρόμους περάσματος στη δικτατορία του προλεταριάτου, όλες οι χώρες χωρίστηκαν σε τρεις βασικούς τύπους: Σε χώρες του πολύ ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Σε χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού (Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Βαλκανικές χώρες κλπ.), οι οποίες «έχουνε σημαντικά υπολείμματα μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην αγροτική οικονομία, με ορισμένο μίνιμουμ υλικών προϋποθέσεων, αναγκαίων για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, κι όπου δεν έχει ακόμα αποτελειωθεί ο αστικοδημοκρατικός μετασχηματισμός». Σε μερικές από αυτές τις χώρες τονιζόταν στο Πρόγραμμα, είναι δυνατό ένα λίγο-πολύ γρήγορο πέρασμα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε επανάσταση σοσιαλιστική, ενώ σε άλλες χώρες είναι δυνατοί τύποι προλεταριακών επαναστάσεων, που έχουν όμως να εκπληρώσουνε καθήκοντα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα σε μεγάλη έκταση. Στον τρίτο τύπο ανήκαν οι αποικίες, οι μισοαποικίες και οι εξαρτημένες χώρες. Το κάθε κόμμα έπρεπε μόνο του να καθορίσει σε ποιόν από τους παραπάνω τύπους ανήκει και με βάση αυτό να καθορίσει το χαρακτήρα της επανάστασης και τις κινητήριες δυνάμεις. «Η κομμουνιστική κοινωνία που προετοιμάζεται απ' όλη την πορεία της ιστορικής εξέλιξης» υπογράμμιζε το Πρόγραμμα, «είναι η μοναδική διέξοδος για την ανθρωπότητα, γιατί μόνο αυτή εξαφανίζει τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος που απειλούνε την ανθρωπότητα με την κατάπτωση και την καταστροφή». Το Συνέδριο παίρνοντας υπόψη το διαφορετικό επίπεδο της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης των διαφόρων καπιταλιστικών χωρών, τις συγκεκριμένες ιδιομορφίες των συνθηκών τους, έκανε λόγο για το αναπόφευκτο της ποικιλομορφίας των δρόμων και των ρυθμών ανόδου του προλεταριάτου στην εξουσία, καθώς και για την ανάγκη για μερικές χώρες ορισμένων μεταβατικών βαθμίδων για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου και μετά και την ποικιλία των μορφών του οικοδομούμενου σοσιαλισμού στις διάφορες χώρες. «Η μεταβατική περίοδος στο σύνολό της» αναφέρονταν στο Πρόγραμμα, «χαρακτηρίζεται με την αμείλικτη κατάπνιξη της αντίστασης των εκμεταλλευτών, με την οργάνωση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, με τη μαζική ανάπλαση των ανθρώπων στο πνεύμα του σοσιαλισμού, με τη βαθμιαία εξαφάνιση των τάξεων. Μόνο εκπληρώνοντας τα μεγάλα αυτά ιστορικά καθήκοντα η κοινωνία της μεταβατικής περιόδου αρχίζει να μετατρέπεται σε κοινωνία κομμουνιστική». Το 4ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβριος 1928) στηριγμένο στις αποφάσεις και το Πρόγραμμα του 6ου Συνεδρίου της Κ.Δ., ενώ έκανε μια προσπάθεια να συγκεκριμενοποιήσει τη θέση του Προγράμματος της Κ.Δ. και να καθορίσει το χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα, δεν προχώρησε, αλλά μετέθεσε το καθήκον αυτό στο 5ο Συνέδριο. Στη σχετική απόφαση τονίζεται: «Συνδυασμένα με την ανάλυση του Προγράμματος, πρέπει να τεθεί και το ζήτημα της επαναστατικής δημοκρατικής δικτατορίας των εργατών και αγροτών ως σταθμού μεταβατικού προς την δικτατορία του προλεταριάτου, εν σχέσει με τη χώρας μας, επαφιεμένης της οριστικής λύσης του ζητήματος αυτού στο 5ο Τακτικό Συνέδριο». Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης (1929-1933) και μπροστά στην άνοδο του εργατικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος, η ολιγαρχία εντείνει την επίθεσή της κατά των εργαζομένων. Στις μαζικές απεργίες, τις μαχητικές διαδηλώσεις και τα συλλαλητήρια των εργατών, των υπαλλήλων, των αγροτών και των επαγγελματοβιοτεχνών η κυβέρνηση απαντάει με τη βία, τις δολοφονίες, τις συλλήψεις και τις εξορίες. Για την αναχαίτιση και το χτύπημα του ανερχόμενου απεργιακού κινήματος της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ψηφίζει τον Ιούλη του 1929 τον αντικομμουνιστικό νόμο «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος», το γνωστό «Ιδιώνυμο». Με τον Βενιζελικό αυτό νόμο, η πάλη ενάντια στον κομμουνισμό αναγορεύεται σε δόγμα κρατικής πολιτικής. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια ενέργεια, για ένα νόμο, που υπονόμευε και την αστική δημοκρατία και άνοιγε το δρόμο στη δικτατορία και το φασισμό. Συνάμα, όμως, ήταν και μια επίσημη ομολογία για την αυξανόμενη επιρροή και δράση του ΚΚΕ μέσα στις λαϊκές μάζες, για το ρόλο του στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Το Γενάρη του 1930 συνήλθε η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Σχετικά με το χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα τόνισε: «Τα γενικά χαρακτηριστικά της οικονομικής στρουκτούρας της Ελλάδας είναι: Χώρα μέτριας οικονομικής ανάπτυξης. Ασθενής σχετικά επικράτηση της αγροτικής οικονομίας χωρίς σοβαρά φεουδαρχικά υπολείμματα. Μερικώς αναπτυγμένη βιομηχανία. Αρκετά αναπτυγμένη ναυτιλία. Μεγάλος όγκος εμπορίου όπου κυριαρχεί το μικροεμπόριο. Βαθειά διείσδυση του ξένου (ιδίως αγγλικού) χρηματιστικού κεφαλαίου με την ενεργό συνδρομή και συμμετοχή του ντόπιου χρηματιστικού κεφαλαίου». Με βάση την παραπάνω ανάλυση η 3η Ολομέλεια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «... η επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι επανάσταση προλεταριακή που θα έχει να εκπληρώσει και καθήκοντα αστικοδημοκρατικά μεγάλης ευρύτητας...». Χαρακτηρίζοντας την επικείμενη επανάσταση σα σοσιαλιστική, η 3η Ολομέλεια, έριξε το σύνθημα «... της γενικής πολιτικής απεργίας, των ενόπλων διαδηλώσεων των εργαζομένων μαζών της αγροτιάς, της μαζικής δράσης των φαντάρων και των ναυτών, του συμμαχικού αγώνα εργατών, αγροτών και καταπιεζομένων εθνοτήτων» που, σύμφωνα με την Ολομέλεια, οδηγούσε «στο τελειωτικό ξεσκλάβωμα με την ένοπλη εξέγερση και την κατάκτηση της εξουσίας». Ενθερμοι υποστηρικτές αυτής της άποψης (θέσης) ήταν οι: Κ. Θέος και Γ. Σιάντος. Αντίθετα οι Α. Χάιτας και Κ. Ευτυχιάδης υποστήριζαν ότι το κόμμα έπρεπε πρώτα να δυναμώσει οργανωτικά και ύστερα να προσπαθήσει να πάρει στα χέρια του την καθοδήγηση της πάλης των μαζών και να χρησιμοποιήσει επαναστατικά συνθήματα. Η συνεχιζόμενη εσωκομματική διαπάλη απασχόλησε, όπως ήταν τότε φυσικό, και την Κ.Δ., εφόσον το ΚΚΕ ήταν το ελληνικό οργανικό της τμήμα. Από πολλά κείμενα εκείνης της εποχής, φαίνεται καθαρά ότι η εσωκομματική πάλη έπαιρνε ολοένα και πιο έντονες μορφές και αντικατόπτριζε ουσιώδη προβλήματα στρατηγικής και τακτικής. Η δίχρονη κρίση (1929-1931) που προκάλεσε στο κόμμα η συνεχιζόμενη εσωκομματική διαπάλη ξεπεράστηκε με την Εκκληση που απηύθυνε η ΕΕ της Κ.Δ. το Νοέμβρη του 1931, «Προς τα μέλη του ΚΚΕ». Η βοήθεια που πήρε το ΚΚΕ από την Κ.Δ. στη δύσκολη αυτή περίοδο είχε ευεργετική επίδραση όχι μόνο στο επαναστατικό, αλλά και στο δημοκρατικό γενικότερα κίνημα και η ενέργεια αυτή της Κ.Δ. ιστορικά δικαιώθηκε. Η πρόοδος που σημείωσε το ΚΚΕ στην περίοδο 1931-1933 μετά την Εκκληση της ΕΕ της Κ.Δ. το γρήγορο ξεπέρασμα της κρίσης με την αποκατάσταση στις γραμμές του των κομματικών αρχών, η ανάπτυξη των δεσμών του με τις μάζες, υπογραμμίζουν τη μεγάλη σημασία και το ρόλο που έπαιξε η Εκκληση της ΕΕ της Κ.Δ. σε κείνη την περίοδο, για την ανάπτυξη του Κόμματός μας. Ιδιαίτερη θέση στην πορεία της επεξεργασίας της στρατηγικής του Κόμματος κατέχει η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Γενάρης 1934), η οποία καταλήγει σε αποφάσεις για τη στρατηγική του Κόμματος. Η Ολομέλεια εκτίμησε ότι για τη χώρα μας η επανάσταση των εργατών και των αγροτών θα είχε αστικο-δημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής της σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση. Κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης θα ήταν η εργατική τάξη και οι φτωχομεσαίες μάζες της αγροτιάς στην πάλη κατά της αντεπαναστατικής μπουρζουαζίας που υποστηριζόταν από τους πλούσιους αγρότες. Το 7ο Συνέδριο της Κ.Δ. (Ιούλιος-Αύγουστος 1935) χαράζει τη νέα στρατηγική και τακτική του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Αποσαφηνίζει το περιεχόμενο και τις προοπτικές της πολιτικής της ενότητας και του λαϊκού μετώπου στην πάλη εναντίον του φασισμού, του ιμπεριαλισμού και του πολέμου. Θέτει σαν κεντρικό καθήκον όλων των ΚΚ την πάλη ενάντια στην απειλή νέου παγκοσμίου πολέμου, για την ειρήνη και την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ. Εκτιμά ότι κύριος εχθρός για την ανθρωπότητα είναι η φασισμός και υπογραμμίζει ότι η πάλη για τη δημοκρατία αποτελεί σημαντικό μέρος της πάλης για το σοσιαλισμό. Ιδιαίτερη σημασία δίνει στο συνδυασμό των διεθνιστικών με τα εθνικά καθήκοντα. Καλεί όλα τα ΚΚ να δυναμώσουν τις προσπάθειές τους για την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης με τη δημιουργία ενός Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, για την ενότητα δράσης όλων των αντιφασιστικών δημοκρατικών δυνάμεων, με τη δημιουργία ενός πλατιού Λαϊκού Μετώπου, καθώς και για την ενότητα δράσης όλων των εθνικοαπελευθερωτικών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός Ενιαίου Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου. Η 4η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Σεπτέμβρης 1935) υιοθετώντας και συγκεκριμενοποιώντας τη γραμμή του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ. χάραξε τα καθήκοντα: της δημιουργίας ενός Παλλαϊκού Μετώπου της ελευθερίας και της δημοκρατίας με όλα τα κόμματα και οργανώσεις πάνω σε μια ελάχιστη δημοκρατική αντιφασιστική βάση, και έθετε σαν υπέρτατο καθήκον την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας. Συγκεκριμένα η 4η Ολομέλεια της ΚΕ διακήρυξε ότι το Κόμμα «μπροστά στον άμεσο κίνδυνο φασιστικής ιταλικής επιδρομής είτε άλλης μεγαλοϊμπεριαλιστικής (λ.χ. από την πλευρά της χιτλερικής Γερμανίας) απειλής κατά της εθνικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας θέτει σαν υπέρτατο καθήκον του την υπεράσπιση της εθνικής ελευθερίας και θα παλέψει με όλες του τις δυνάμεις για να καταχτήσει αυτό την ηγεμονία της πάλης, εφόσον η ιστορία και η πράξη όλων των αστοτσιφλικάδικων κομμάτων είναι ιστορία και πράξη ξεπουλήματος της χώρας και του λαού στους ξένους ιμπεριαλιστές...». Το τελευταίο 15ήμερο του Φλεβάρη 1939 συνήλθε η 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ* και συζήτησε την εξωτερική και εσωτερική πολιτική κατάσταση, τη δράση και τα καθήκοντα του ΚΚΕ. Η Ολομέλεια αυτή αφού διαπίστωνε ότι η ραγδαία εξέλιξη της διεθνούς κατάστασης και οι πρωτοφανείς εξοπλισμοί δείχνουν ότι η απειλή ενός παγκοσμίου πολέμου είναι τώρα μεγαλύτερη, κι ότι η ακεραιότητα και η ανεξαρτησία της χώρας βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, κατέληγε ότι: «Το κόμμα μας αγωνίζεται για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της Ελλάδας, αλλά ταυτόχρονα διακηρύττει ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της ανεξαρτησίας μας και της ακεραιότητας της χώρας μας βρίσκεται στην Αθήνα - είναι η μοναρχοφασιστική δικτατορία...». Τον Ιούλη του 1939, λίγους μήνες μετά την 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, η Πολιτική Γραμματεία της ΕΕ της Κ.Δ. έκανε τις παρακάτω υποδείξεις στο ΚΚΕ. «Η χώρα σας απειλείται απ' το φασιστικό άξονα και ιδιαίτερα από τον ιταλικό φασισμό που δρα ειδικά στα Βαλκάνια. Το πρώτο καθήκον του ΚΚΕ είναι η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της χώρας. Εφ' όσον η κυβέρνηση του Μεταξά παλεύει και αυτή κατά του ίδιου αυτού κινδύνου δεν υπάρχει λόγος να επιδιώκεται πρώτα απ' όλα την ανατροπή της. Βέβαια, το κόμμα σας πρέπει να κάνει αγώνα για την κατάχτηση όσο το δυνατό μεγαλύτερης εσωτερικής ελευθερίας του ελληνικού λαού, γιατί αυτό δυναμώνει την αμυντική ικανότητα της χώρας σας». Για τη θέση του ΚΚΕ απέναντι στην επίθεση της φασιστικής Ιταλίας κατά της Ελλάδας, τον Οκτώβρη του 1940, που εκφράστηκε με το ανοικτό γράμμα του τότε ΓΓ του Κόμματος Νίκου Ζαχαριάδη και γενικότερα για τη θέση του κόμματος στον πόλεμο και την Εθνική Αντίσταση, έχουν γραφτεί και ειπωθεί πάρα πολλά. Αστοί ιστορικοί ισχυρίζονται ότι το ανοικτό γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη της 31 του Οκτώβρη 1940, που πρωτοδημοσιεύτηκε στον καθημερινό τύπο της Αθήνας στις 2 Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, ήταν ένα «λάθος τακτικής». Οτι αποτελούσε «παρέκκλιση» από τη γραμμή της Κ.Δ. για τον πόλεμο, διότι δήθεν «ξεπερνούσε τα πλαίσια» της γενικής γραμμής που ακολουθούσε τότε η Κ.Δ.. Το γράμμα εκείνο όχι μονάχα δεν ξεπερνούσε τα πλαίσια της γενικής γραμμής που ακολουθούσε η Κ.Δ. αλλά αντίθετα ήταν ακριβώς στο πνεύμα ειδικών αποφάσεων του 7ου Συνεδρίου της ΕΕ της Κ.Δ. προς την ΚΕ του ΚΚΕ (Ιούλης 1939) στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε. Σημειώνουμε επίσης, ότι στις αρχές του Γενάρη 1941 η Γραμματεία της ΕΕ της Κ.Δ. σε συνεδρίασή της τόνισε ότι «η στρατιωτική επίθεση του ιταλικού ιμπεριαλισμού ενάντια στην Ελλάδα αποβλέπει στην κατάχτηση του ελληνικού εδάφους και την υποταγή του ελληνικού λαού στην ξένη κυριαρχία, ότι η ανεξαρτησία της χώρας βρίσκεται σε πολύ μεγάλο κίνδυνο. Η Κ.Δ. ενέκρινε τη δράση του ΚΚΕ για τη συσπείρωση του λαού στην πάλη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς καταχτητές». Η ιστορική αλήθεια είναι ότι το ανοικτό γράμμα εξέφραζε τη βασική θέση του ΚΚΕ στα ζητήματα της πάλης κατά του φασισμού και του πολέμου όπως είχε χαραχτεί από τα επίσημα σώματά του (4η Ολομέλεια της ΚΕ - Σεπτέμβρης 1935, 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ - Δεκέμβρης 1935). Η κύρια κατεύθυνση που δινόταν με το ανοιχτό γράμμα ήταν εναρμονισμένη με βασικές αποφάσεις του Κόμματος και με τη γενική γραμμή της Κ.Δ.. Δεν καλούσε μόνο τον ελληνικό λαό να παλέψει για τη λευτεριά, την τιμή και την εθνική ανεξαρτησία, αλλά χάραζε και την προοπτική ότι «έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση μ' ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό». Εξάλλου, όπως είναι γνωστό, ακολούθησαν και άλλα δυο γράμματα του τότε ΓΓ Νίκου Ζαχαριάδη, τα οποία όμως, έγιναν γνωστά μόνο μετά την απελευθέρωση. Η αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς Το Μάη του 1943 το Προεδρείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποφάσισε τη διάλυση της Κ.Δ. και την απαλλαγή των τμημάτων της από τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από το καταστατικό της και τις αποφάσεις των συνεδρίων της. Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε απ' όλα τα τμήματα της Κ.Δ.. Σαν αιτιολογικό για την αυτοδιάλυση της Κ.Δ. προβαλλόταν το γεγονός ότι η Γ΄ Διεθνής είχε εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή, σα μορφή οργάνωσης, που είχε επιλεγεί από το Πρώτο Συνέδριό της για την ένωση των εργατών και που ανταποκρινόταν στην αρχική περίοδο της αναγέννησης του εργατικού κινήματος. Οτι τα ΚΚ είχαν ωριμάσει πολιτικά και δεν είχαν πια ανάγκη καθοδήγησης από ένα κέντρο. Το Προεδρείο της ΕΕ της Κ.Δ. καλούσε «όλους τους οπαδούς της Κ.Δ. να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους στην ολόπλευρη υποστήριξη και στην ενεργό συμμετοχή στον απελευθερωτικό πόλεμο των λαών και κρατών του Αντιχιτλερικού Συνασπισμού για τη γρήγορη συντριβή του θανάσιμου εχθρού των εργαζομένων, του γερμανικού φασισμού, των συμμάχων και δορυφόρων του». Με άλλα λόγια φαίνεται πως το Προεδρείο της ΕΕ της Κ.Δ. θεωρούσε ότι με την αυτοδιάλυση της Κ.Δ. θα διευκολυνόταν ο αγώνας των λαών κατά του φασιστικού Αξονα. Σύμφωνα με όσα περιέχονται στην απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ της 2 του Ιούνη 1943, με την οποία η ΚΕ του ΚΚΕ «αποδέχεται ολόψυχα την πρόταση του προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη διάλυση της Διεθνούς», η διάλυση γίνεται με το αιτιολογικό ότι η ποικιλομορφία της κατάστασης στις διάφορες χώρες και περιοχές του κόσμου, που δημιουργήθηκε από το χαρακτήρα και τις ιδιομορφίες του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, άλλαξε το ρόλο που είχε η Κ.Δ. σαν ενιαίο κέντρο για όλο το κομμουνιστικό κίνημα. Στην απόφαση αναφέρεται ότι: «Ο σημερινός παγκόσμιος πόλεμος, προϊόν των εσωτερικών αντιθέσεων του κεφαλαιοκρατισμού, επιβλημένος από την πιο βάρβαρη μορφή του - το φασισμό - φανέρωσε στο έπακρο αυτή την ανάγκη της τελείως ανεξάρτητης δράσης κάθε Κομμουνιστικού Κόμματος, αφού τα Κομμουνιστικά Κόμματα παλεύουν με το φασισμό στο μεγάλο πόλεμο της λευτεριάς των λαών κάτω από τις πιο διαφορετικές συνθήκες, με τις πιο ποικίλες μορφές και με τα πιο διαφορετικά συνθήματα: σε χώρες φασιστικές, όπως η Γερμανία και Ιταλία, σοσιαλιστικές όπως η Σοβιετική Ενωση, αντιαξονικές όπως η Αγγλία και Αμερική, κατεχόμενες όπως η Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία, ουδέτερες όπως η Τουρκία και Σουηδία, αποικίες όπως οι Ινδίες, μισοαποικίες κλπ...». Για το αν ήταν σωστή ή όχι η απόφαση για τη διάλυση της Κ.Δ είναι θέμα προς μελέτη και θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εμπεριστατωμένης επιστημονικής έρευνας από τους ιστορικούς. Αποτιμώντας πάντως το έργο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, θα πρέπει να πούμε, ότι με την ιστορία της Κ.Δ. συνδέονται αληθινά ιστορικά επιτεύγματα του κομμουνιστικού κινήματος στο πρώτο τέταρτο του αιώνα της δράσης της: Η υποθήκη της Κ.Δ. στο σύνολό της είναι πειστική απόδειξη για τη δύναμη του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού, που αλλάζουν τον κόσμο, για τη δύναμη της ενότητας και της μονολιθικότητας που κάνουν το κομμουνιστικό κίνημα ακατανίκητο. Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ (1-6 του Οκτώβρη 1945) ενέκρινε το παρακάτω ψήφισμα για τη διεθνή πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης: «Στο διάστημα ανάμεσα στο 6ο και το 7ο Συνέδριο του Κόμματος, μέσα στη φωτιά του παγκόσμιου αντιφασιστικού πολέμου των λαών, μεσολάβησε η αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, κι έτσι το ΚΚΕ έπαψε να αποτελεί το ελληνικό τμήμα της. Το 7ο Συνέδριο μ' ευγνωμοσύνη αναλογίζεται το ιστορικό έργο της Κ.Δ. της διεθνούς των Λένιν-Στάλιν, που συνέχισε τις ένδοξες υπηρεσίες της Πρώτης Διεθνούς των εργατών των Μαρξ- Ενγκελς και τις καλύτερες παραδόσεις της Δεύτερης Σοσιαλιστικής Διεθνούς και πρόσφερε στην εργατική τάξη της Ελλάδας την ανεχτίμητη διεθνή πείρα της. Με τη λαμπρή σταδιοδρομία της η Κ. Δ., προώθησε την υπόθεση της εργατικής τάξης και της κοινωνικής προόδου. Με την αυτοδιάλυσή της, ιστορικά αναγκαία, για τη συσπείρωση όλων των προοδευτικών δυνάμεων του κόσμου και πριν απ' όλα της εργατικής τάξης για τη συντριβή του φασισμού, η Κ.Δ. βοήθησε εξαιρετικά στη νικηφόρα έκβαση του παγκόσμιου ελευθερωτικού πολέμου. Σήμερα που οι λαοί αγωνίζονται ν' αξιοποιήσουν το αίμα που έχυσαν και ν' ασφαλιστούν από το ξαναζωντάνεμα των φασιστικών δυνάμεων και αντιδραστικών καθεστώτων γενικά, η παγκόσμια ενότητα των εργατών σαν πρωτοπορία της κοινωνικής προόδου, είναι απαραίτητος όρος. Μόνο η ενωμένη δύναμη της εργατικής τάξης είναι σε θέση να ματαιώσει για πάντα τους κινδύνους νέων φασιστικών τυραννιών και πολέμων, να σταματήσει τα βάσανα του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, να κατοχυρώσει την ειρηνική δημοκρατική εξέλιξη του κόσμου, ν' ανοίξει το δρόμο για τη σοσιαλιστική ευημερία και να εξασφαλίσει την άνθιση του εθνικού πολιτισμού του κάθε λαού. Γι΄ αυτό, το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, πιστό στην υπόθεση της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, εκφράζει την ευχή να ενσωματωθούν το γρηγορότερο όλα τα εργατικά Κόμματα του κόσμου που πιστεύουν στο σοσιαλισμό, ανεξάρτητα από αποχρώσεις, σε μια νέα ενιαία διεθνή πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης». Σήμερα, 80 χρόνια από την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της γνωστής σε όλους Κομιντέρν και 56 χρόνια από την αυτοδιάλυσή της και, ιδιαίτερα μετά την προσωρινή επικράτηση της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ενωση και στις άλλες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, προβάλλει πιο επιτακτικά η ανάγκη της ανασυγκρότησης και του συντονισμού της δράσης όλων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων. Στην ολομέτωπη επίθεση του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για την επιβολή της νέας ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων, η μόνη υπερδύναμη που μπορεί να χαλάσει τα σχέδια του ιμπεριαλισμού, είναι οι λαοί. Για την αποτελεσματικότητα της πάλης των λαών, απαιτείται το ξεπέρασμα της κρίσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, η ισχυροποίηση των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, της πρωτοπορίας όλων εκείνων των δυνάμεων που θίγονται από το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. «... Δεν μπορεί να έχει ουσιαστικές και σταθερές επιτυχίες η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και ο αγώνας για το σοσιαλισμό, εάν το κομμουνιστικό κίνημα είναι οργανωτικά και ιδεολογικά κατακερματισμένο. Η ανασυγκρότηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και η έξοδος από τη σημερινή κατάσταση της κρίσης και της υποχώρησης, η αποκατάσταση της ενότητάς του, στη βάση του μαρξισμού-λενινισμού, του προλεταριακού διεθνισμού και της ενιαίας στρατηγικής, όπως και η συγκεκριμένη έκφρασή της, είναι το επείγον καθήκον που απαιτούν οι σημερινές συνθήκες της πάλης, ενάντια στη διεθνή ενότητα του κεφαλαίου. Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί και πρέπει να προχωρήσει αποφασιστικά ο συντονισμός και η κοινή δράση, ο διάλογος και η συζήτηση για την ιδεολογική του ταυτότητα, τη στρατηγική του σύγχρονου αντιιμπεριαλιστικού και επαναστατικού αγώνα. Διαδικασία η οποία είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την αποφασιστική πάλη και αντίκρουση των ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών αντιλήψεων, των διαφόρων θεωριών, που στοχεύουν στην ενσωμάτωση και τη χειραγώγηση της εργατικής τάξης». Οι διεθνείς και περιφερειακές διασκέψεις των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, αποτελούν αναμφισβήτητα, ένα θετικό βήμα για την ανταλλαγή πείρας μεταξύ τους, την ανάπτυξη του επαναστατικού διεθνισμού για τον καλύτερο και πιο αποτελεσματικό συντονισμό της δράσης τους. Ας είμαστε αισιόδοξοι. Το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα θα βρει τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους και τις πιο κατάλληλες μορφές έκφρασης της ενότητάς του που να ανταποκρίνονται στις σημερινές συνθήκες και τις ανάγκες των καιρών. Η ιστορία δε γυρίζει πίσω. Το μέλλον της ανθρωπότητας είναι ο σοσιαλισμός και όχι η ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα.
|