Επίκαιρες σκέψεις στα 80 χρόνια από την ίδρυση της Κομμουνιστικής ΔιεθνούςΗ ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς (Κομμουνιστική Διεθνής) το 1919 και στη συνέχεια η δράση της χωρίς αμφιβολία κατατάσσεται στα πιο μεγάλα πολιτικά «γεγονότα» του 20ού αιώνα, με ευεργετική επίδραση στο παγκόσμιο κομμουνιστικό και λαϊκό κίνημα. Αυτό που ξεχωρίζει την Τρίτη Διεθνή από τις δύο προηγούμενες είναι, κατ' αρχήν, ότι φέρνει τη σφραγίδα της νίκης της πρώτης νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά και τις συνέπειες από τη χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς. Η Τρίτη Διεθνής γεννήθηκε μέσα από μια οξυμένη ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση που εκδηλώθηκε στους κόλπους της Δεύτερης Διεθνούς, με επίκεντρο μεγάλα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα τα οποία τότε διατυπώνονταν συνήθως ως προβλήματα σχετικά με: Τις δημοκρατικές ελευθερίες στον καπιταλισμό, το θέμα της κατάκτησης της εξουσίας, τις συνθήκες μέσα στις οποίες μπορεί να γίνει δυνατή η κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της, το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ο σπινθήρας που άναψε τη φωτιά και οδήγησε στη χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς δεν ήταν ένα επί μέρους γεγονός, αλλά ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: Ο χαρακτήρας του πολέμου, η αθέτηση των διακηρύξεων της Βασιλείας του 1912 από την πλευρά των περισσοτέρων κομμάτων της Β΄ Διεθνούς, τα οποία δεν εφάρμοσαν τις αντιπολεμικές αποφάσεις. Με την έναρξη του πολέμου τάχθηκαν με το μέρος των κυβερνήσεών τους, ψηφίζοντας μάλιστα από την πρώτη στιγμή τις πολεμικές πιστώσεις, κάνοντας δηλαδή ένα αποφασιστικό βήμα που τελικά τα έφερε στο στρατόπεδο των υπερασπιστών της ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Ο Λένιν υπογράμμιζε ότι η ίδρυση της Κ. Δ. σημαίνει καταχώρηση των κατακτήσεων όχι μόνο των μαζών του ρωσικού προλεταριάτου αλλά και του προλεταριάτου της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, του αγώνα για να νικήσουν οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου. Η δυναμική της Τρίτης Διεθνούς δεν προκύπτει αποκλειστικά από τον επαναστατικό ενθουσιασμό που γέννησε η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Πηγάζει κυρίως από την επαλήθευση της θέσης ότι όχι μόνο ήταν αναγκαία αλλά και ήταν δυνατή η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Κινητήρια δύναμή της αποτέλεσε η εκτίμηση, που ισχύει ως σήμερα ανεξάρτητα από τα ζίγκ-ζάγκ και τις προσωρινές παλινδρομήσεις, ότι η ανθρωπότητα ζει σε μια εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της, η Τρίτη Διεθνής βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με τη σκληρή αντίδραση του ιμπεριαλισμού αλλά και με το φούντωμα του οπορτουνισμού, δηλαδή από την πιο βαθιά και ουσιαστική διείσδυση της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα. Ο Λένιν πολύ εύστοχα τόνισε ότι η Τρίτη Διεθνής προετοιμάστηκε για αρκετά χρόνια και στη συνέχεια έγινε για να μην επιτραπεί στους σοσιαλιστές να αναγνωρίζουν τη σοσιαλιστική επανάσταση μόνο στα λόγια, για να κατακτήσουν την ενότητα στη δράση εκείνα τα κομμουνιστικά κόμματα που είναι ικανά να αποδείξουν με έργα και αποφασιστικότητα την προθυμία και την ικανότητά τους να εισάγουν στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών βασικές αλήθειες, που εκείνη την εποχή διατυπώνονταν πολύ συγκεκριμένα με βάση τη συγκεκριμένη επικαιρότητα: Oτι ο επερχόμενος πρώτος παγκόσμιος πόλεμος δεν έχει καμία σχέση με τις διακηρύξεις περί «των εθνικών ελευθεριών των λαών». Οτι η συμμαχία της ΑΝΤΑΝΤ είναι το ίδιο ιμπεριαλιστική-αιματηρή όπως και ο γερμανικός ιμπεριαλισμός. Και από τις δύο πλευρές ο πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός, ανεξάρτητα ποιός έκανε το πρώτο βήμα στο ξέσπασμά του. Οτι από την πλευρά των εργατών θα ήταν έγκλημα στον πόλεμο αυτό να πυροβολούν ο ένας τον άλλο. Οτι ο πόλεμος μπορεί να οδηγήσει στην προλεταριακή επανάσταση. Η Τρίτη Διεθνής έδρασε για 24 ολόκληρα χρόνια, σε μια περίοδο που ο καπιταλισμός είχε ήδη περάσει στο ανώτατο στάδιο του, τον ιμπεριαλισμό. Είχε αρχίσει να βαθαίνει η εσωτερική διάσπαση του καπιταλιστικού κόσμου, λόγω των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, είχε εκδηλωθεί το βασικό του γνώρισμα, ο πόλεμος για την αναδιανομή των αγορών, την κατάκτηση των αποικιών. Είναι αδύνατο να εκτεθεί στα όρια ενός άρθρου όλη η πορεία της Τρίτης Διεθνούς, η σημαντική επίδρασή της στην ανάπτυξη των κομμουνιστικών κομμάτων, τα περισσότερα από τα οποία έκαναν τα πρώτα τους βήματα, σε απίστευτα δύσκολες συνθήκες, στις περισσότερες περιπτώσεις σε καθεστώς διωγμών και παρανομίας. Είναι ακόμα πιο δύσκολο να αναλυθεί με επάρκεια η ιδεολογικοπολιτική πορεία της Διεθνούς μέσα σε συνθήκες γοργών αλλαγών και εξελίξεων. Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της η Τρίτη Διεθνής επιδίωξε να βαθύνει σε ένα μεγάλο θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα, πώς η τακτική θα ενταχθεί στην πάλη για το στρατηγικό σκοπό που είναι η ανατροπή του καπιταλισμού, η πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Το ζήτημα αυτό δεν είναι εξ ορισμού λυμένο μόνο και μόνο γιατί το κάθε κόμμα ή όλα τα κόμματα μαζί υιοθετούν την επιστημονική θεωρία του σοσιαλισμού. Ανεξάρτητα ακόμα από διαπιστώσεις που έχουν γίνει από τα όργανα της Διεθνούς, ότι σημειώθηκαν λάθη ή και άστοχες επιλογές, αυτό που εμείς σήμερα πρέπει να κρατήσουμε είναι η προσήλωση στη μελέτη των θεωρητικών και πρακτικών ζητημάτων τακτικής και στρατηγικής. Οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι για ένα διάστημα μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η Κομμουνιστική Διεθνής υιοθετούσε τη θέση ότι υπάρχει δυνατότητα άμεσης νίκης του σοσιαλισμού και σε άλλες χώρες, πέραν της ΕΣΣΔ. Σοβαρό ρόλο επίσης έπαιξε και η δοκιμασμένη πείρα του μπολσεβίκικου κόμματος, που είναι το πρώτο και το κατ' εξοχήν κόμμα που μπόρεσε να επιδείξει ολοκληρωμένη ικανότητα στη σύνδεση του καθημερινού αγώνα με τον τελικό σκοπό, στη χάραξη μιας πετυχημένης στρατηγικής που έκανε πραγματικότητα την ώριμη να πραγματοποιηθεί, πρώτη νικηφόρα στην ιστορία σοσιαλιστική επανάσταση. Η λενινιστική διδασκαλία έβαλε τη σφραγίδα της στις επεξεργασίες και στη χάραξη των καθηκόντων της Τρίτης Διεθνούς. Από εκεί προήλθε και η ιδιαίτερη θέση που διαδραμάτισε το ΚΚΣΕ στις γραμμές του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, σε μια περίοδο μάλιστα που δεν υπήρχε πουθενά αλλού η πείρα της επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Στο τρίτο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1921, ο Λένιν υποστήριξε ότι τελείωσε η πρώτη περίοδος επαναστατικής ανόδου μετά τον πόλεμο. Η εργατική τάξη βρίσκεται στο επίκεντρο μιας οξυμένης αντεπίθεσης, οι δυσκολίες και τα πολύπλοκα καθήκοντα ορθώνονταν μπροστά στο κομμουνιστικό κίνημα. Διαπιστώνεται ότι η επανάσταση δε μπορεί να συνεχιστεί με θυελλώδη ρυθμό. Παρ' όλα αυτά ο Λένιν, ως ηγέτης του μπολσεβίκικου κόμματος, δε συνιστούσε παραίτηση από το στρατηγικό σκοπό, σημείωνε την ανάγκη να συγκεντρωθεί η προσοχή στην εργατική τάξη, στο καθήκον της ανύψωσης του αγώνα της σε πολιτικό, προσαρμογή και όχι εγκατάλειψη της πάλης για το σοσιαλισμό, σε συνθήκες όμως που αυτή η πάλη παίρνει μακρόχρονο χαρακτήρα. Εκείνη ακριβώς την περίοδο εμφανίζονται πιο καθαρά οι βαθύτερες κοινωνικές ρίζες και αιτίες που επιτρέπουν την ανάπτυξη των παρεκκλίσεων δεξιού και αριστερού χαρακτήρα, όπως συνηθίζονταν τότε να διαιρούνται. Στο έδαφος των ανεκπλήρωτων προσδοκιών για άμεση νίκη της επανάστασης σε περισσότερες χώρες, στο έδαφος των δυσκολιών στις νέες συνθήκες σχετικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού, φουντώνει η ιδεολογική διαπάλη εντός της Διεθνούς. Πιστεύω ότι θα αποδειχθεί πολύ χρήσιμη η μελέτη της ιδεολογικής αναμέτρησης της περιόδου εκείνης για πολλούς λόγους και κυρίως όχι μόνο ιστορικούς. Η τακτική του οπορτουνισμού, η μεταλλαγή μιας αριστερής παρέκκλισης σε δεξιά, προσφέρει πολύτιμη πείρα, ιδιαίτερα χρήσιμη σήμερα γιατί σε τελευταία ανάλυση αποδεικνύεται ότι όσες αλλαγές και αν έχουν συμβεί, και έχουν συμβεί, δεν έχουν διαφοροποιήσει τη μεθοδολογία και κυρίως το περιεχόμενο των ιδεών και ιδεολογημάτων των οπορτουνιστών. Διαβάζοντας την πολεμική που ασκεί ο Λένιν απέναντι στις δεξιές παρεκκλίσεις και στα «αριστερά παιδιαρίσματα», διαπιστώνει κανείς ακόμα καλύτερα ότι δεν άλλαξαν και πολλά. Διαβάζοντας υλικά αυτής της περιόδου, αυτά τα λίγα που έχουμε στη διάθεσή μας, μπορεί εύκολα κανείς να καταλάβει ότι δεν είναι και πολύ δύσκολο μια δογματική αριστερίστικη άποψη και μια δεξιά οπορτουνιστική να συμπέσουν, να συγκλίνουν τελικά στον ίδιο στόχο, στη συκοφάντηση της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, ενώ από κοινού κτυπάνε όλοι μαζί τη δικτατορία του προλεταριάτου και το κομμουνιστικό κόμμα, αμείλικτα. Από τη στιγμή που ο οπορτουνισμός αποτελεί αντανάκλαση της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα δεν έχει δυνατότητες και περιθώρια σημαντικής ανανέωσης και ανάπτυξης ιδεών, ούτε καν θεαματικού εκσυγχρονισμού. Η αστική ιδεολογία έχει και αυτή τα περιθώριά της, ως ιδεολογία ενός συστήματος που δεν είναι αιώνιο, βαδίζει σε ένα δρόμο σήψης και παρακμής. Μετά την αυτοδιάλυση της Τρίτης Διεθνούς, είναι εμφανής η σταδιακή τάση χαλάρωσης του κοινού προβληματισμού για θέματα στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, πράγμα που οφείλεται σε πολλούς βέβαια λόγους και όχι αποκλειστικά και μόνο γιατί έπαψε να λειτουργεί το ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο του κομμουνιστικού κινήματος. Αξίζει κατά τη γνώμη μου, έστω και με τον κίνδυνο της απλούστευσης, να θυμηθούμε ορισμένες από τις πιο βασικές επεξεργασίες της Τρίτης Διεθνούς γύρω από το θέμα πώς η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της θα κατακτήσουν την εξουσία, πώς τα διάφορα άλλα κινήματα, το εθνικό-αντιαποικιακό, τα αντιιμπεριαλιστικά και εθνικοαπελευθερωτικά θα αποτελέσουν ένα ενιαίο ρεύμα με το κομμουνιστικό κίνημα στην πάλη κατά του ιμπεριαλισμού. Η Τρίτη Διεθνής, στο πρώτο κιόλας συνέδριό της, υιοθέτησε και ανέπτυξε - ως ένα βαθμό στις συγκεκριμένες συνθήκες - τις λενινιστικές θέσεις για τον ιμπεριαλισμό, την επαναστατική κατάσταση, τη δυνατότητα νίκης του σοσιαλισμού σε μια χώρα ή σε ορισμένες μαζί. Πρόβαλε τις διαφορές ανάμεσα στην προλεταριακή και αστική δημοκρατία, αποκάλυψε τις ρίζες του αριστερού και δεξιού οπορτουνισμού, έθεσε το καθήκον τα ανώριμα κομμουνιστικά κόμματα να μετατραπούν σε κόμματα νέου τύπου. Από τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχόλησαν την Τρίτη Διεθνή στην κατοπινή πορεία της και στα συνέδριά της ήταν το πρόβλημα των συμμαχιών της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα η συμμαχία με την αγροτιά, σε συνάρτηση με το πρόβλημα της εξουσίας. Διατυπώθηκε αρχικά η θέση για τη δημιουργία του ενιαίου εργατικού μετώπου με στόχο την ανάδειξη εργατικής κυβέρνησης, η οποία στην πορεία μετεξελίχθηκε σε εργατο-αγροτικό μέτωπο. Για τις συνθήκες του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος στις αποικίες αναπτύσσεται η ιδέα του ενιαίου αντιιμπεριαλιστικού μετώπου. Σε κάθε περίπτωση ο χαρακτήρας του μετώπου και κυρίως η δυναμική του καθορίζονταν από τον καθοδηγητικό ρόλο του Κόμματος. Κύρια θέση στις αποφάσεις έπαιρνε η κατεύθυνση ότι πρέπει το κάθε μέλος του κόμματος να αναδειχθεί σε προπαγανδιστή και οργανωτή, διαπαιδαγωγητή των λαϊκών μαζών. Η εργατική κυβέρνηση, σύμφωνα με τις τότε επεξεργασίες, μπορούσε να προκύψει με βάση το κοινοβούλιο, αλλά σε στενή σχέση με τον επαναστατικό αγώνα, στηριγμένη στις μάζες και δυναμώνοντας τον επαναστατικό αγώνα. Για άλλες χώρες αποτελούσε άμεσο καθήκον, ενώ για άλλες προβαλλόταν ως καθήκον ζύμωσης, ανάλογα δηλαδή με το συσχετισμό δυνάμεων. Δεν ταύτιζαν την κυβέρνηση αυτή με τη δικτατορία του προλεταριάτου, όμως θεωρούσαν ότι η συνεπής εφαρμογή των υποχρεωτικών μέτρων που αυτή έπρεπε να πάρει μπορούσε να προετοιμάσει το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Γύρω από το θέμα της εργατικής κυβέρνησης αναπτύχθηκε έντονος προβληματισμός και διαφορετικές απόψεις. Υποστηρίχθηκε και η οπορτουνιστική άποψη, ιδιαίτερα σε αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ότι υπήρχαν δυνατότητες μια τέτια κυβέρνηση να γνωρίσει μια μακρόχρονη ύπαρξη στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Στις συνθήκες του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος η Διεθνής υποστήριζε τη συγκρότηση εθνικοεπαναστατικών και αγροτικών πολιτικών σχημάτων χωρίς όμως υποκατάσταση της δράσης των ΚΚ. Περισσότερο έβλεπε τα σχήματα αυτά σα μαζικές οργανώσεις, στους κόλπους των οποίων θα γινόταν μια ολόκληρη διαμάχη ανάμεσα σε αστικά και κομμουνιστικά κόμματα για την κατάκτηση του καθοδηγητικού ρόλου. Η ιδεολογική διαμάχη στους κόλπους της Τρίτης Διεθνούς απασχολήθηκε αρκετά με το χαρακτήρα της μεταβατικής περιόδου και τα μεταβατικά συνθήματα που θα βοηθούσαν να προσελκυστούν οι λαϊκές μάζες στη σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Λένιν ειδικότερα συνέβαλε με τη σκέψη του και την πείρα της ρωσικής επανάστασης προβάλλοντας τη θέση ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις να καλέσεις το λαό για το σοσιαλισμό, αυτό που έχει σημασία είναι να οργανώσεις και να ανεβάσεις την πάλη που μπορεί να οδηγήσει στον τελικό σκοπό. Η Διεθνής επεξεργάστηκε την τακτική για τη δημιουργία του ενιαίου προλεταριακού μετώπου, το τράβηγμα των μισοπρολεταριακών μικροαστικών στρωμάτων που εκείνη την περίοδο κυρίως απαρτίζονταν από την αγροτιά, και ένα μέρος μικροαστών υπαλλήλων και διανοουμένων. Αναπτύχθηκε έτσι ένας σημαντικός προβληματισμός, όχι όμως απαλλαγμένος, από την πλευρά των νεαρών ακόμα ΚΚ, από λάθη και ταλαντεύσεις γύρω από το ζήτημα πώς μέσα από τα προβλήματα θα τραβηχτούν οι λαϊκές μάζες στον εργατικό, επαναστατικό αγώνα, πώς θα επιτευχθεί η συνεργασία σε κοινωνικό επίπεδο με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και με την ηγεσία της. Η στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία δεν ήταν ένα απλό ζήτημα. Από τη μια μεριά έπρεπε να υπάρχει μια ενωτική πολιτική στους αγώνες με το σημαντικό μέρος της εργατικής τάξης που επηρέαζε η σοσιαλδημοκρατία, και από την άλλη έπρεπε να παρθεί υπόψη ότι τα κόμματά της είχαν προσχωρήσει στον ανοικτό αντικομμουνισμό και αντισοβιετισμό. Στην πορεία, από τα καθοδηγητικά όργανα της Τρίτης Διεθνούς διαπιστώθηκε ότι η τακτική του ενιαίου μετώπου δεν κατανοήθηκε με ενιαίο τρόπο από όλα τα κόμματα. Αλλα κόμματα την είδαν ως κίνδυνο συγχώνευσης των κομμουνιστικών κομμάτων με τη σοσιαλδημοκρατία, ενώ πολλά κόμματα βρήκαν την αφορμή να υιοθετήσουν ρεφορμιστικές θέσεις. Πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι οι παραπάνω προβληματισμοί και ιδεολογικές διαμάχες αναπτύχθηκαν σε περίοδο που διαπιστωνόταν ότι υπάρχει επαναστατική άνοδος των κινημάτων, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει άμεση δυνατότητα σοσιαλιστικής επανάστασης σε άλλες χώρες. Αρχές του 1924 η Διεθνής διαπιστώνει μια άνοδο της καπιταλιστικής οικονομίας και σχετική σταθεροποίησή της. Ταυτόχρονα διαπίστωνε ότι η σταθερότητα είναι εντελώς σχετική. Η ζωή γρήγορα δικαίωσε την παραπάνω θέση αφού λίγα χρόνια μετά ξέσπασε η μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία έφερε πιο καθαρά στην επιφάνεια την ανάπτυξη νέων κόμπων, όπως τονίζονταν, ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που οδήγησαν τελικά και στην έκρηξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Η σχετική σταθεροποίηση του καπιταλισμού οδήγησε στην ενδυνάμωση των οπορτουνιστικών απόψεων περί «του οργανωμένου καπιταλισμού». Εφθασαν στο σημείο μάλιστα να ισχυρίζονται ότι ο ιμπεριαλισμός δεν ενδιαφέρεται πια για αγορές και για τις αποικίες. Για άλλη μια φορά γίνεται φανερό ότι η πίεση της αστικής ιδεολογίας είναι ισχυρή στις γραμμές του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, πίεση που οδηγεί ταυτόχρονα και στην άνδρωση δογματικών-αριστερίστικων απόψεων. Η πάλη κατά του φασισμού και η αποτροπή του πολέμου συγκεντρώνει την προσοχή της Διεθνούς και ενώ ακόμη, όπως φαίνεται, δεν έχει γίνει βαθύτερη επεξεργασία και ουσιαστική αντιμετώπιση των ιδεολογικών παρεκκλίσεων. Είναι γνωστή η συμβολή της Τρίτης Διεθνούς στην επεξεργασία της πολιτικής του Λαϊκού Μετώπου για την αντιμετώπιση του φασισμού και του πολέμου. Οι ενωτικές πρωτοβουλίες μπροστά στον πόλεμο και το φασισμό γίνονται το χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιτικής των ΚΚ, ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή περιοχή. Ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα που είχε η πολιτική αυτή στις συγκεκριμένες συνθήκες, ανεξάρτητα από τους όποιους προβληματισμούς μπορεί να κάνει κανείς εκ των υστέρων και με τη νέα πείρα που υπάρχει, είναι βέβαιο ότι η δράση για το Λαϊκό Μέτωπο συνέβαλε στη διεύρυνση της λαϊκής ενότητας και της κοινής δράσης, κυρίως έδοσε πλούσια πείρα για την πολιτική συμμαχιών στο επίπεδο του κινήματος. Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια, έχουν μεσολαβήσει σημαντικές αλλαγές θα ωφελούσε πολύ, έστω στο επίπεδο της ιστορικής μελέτης της πείρας του κομμουνιστικού κινήματος, να γινόταν αντικείμενο βαθύτερης μελέτης η περίοδος αυτή και κυρίως οι επεξεργασίες της Τρίτης Διεθνούς για τα θέματα των συμμαχιών, τα ζητήματα σύνδεσης τακτικής και στρατηγικής. Για το κομμουνιστικό κίνημα, για το κάθε χωριστό κομμουνιστικό κόμμα, η πολιτική των συμμαχιών συνιστά ένα από τα πιο σύνθετα και πολύπλοκα ζητήματα. Το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η αυτοδιάλυση της Τρίτης Διεθνούς, οι κατοπινές εξελίξεις δεν έδοσαν τη δυνατότητα μιας βαθύτερης αποτίμησης της σημασίας και του ρόλου της Διεθνούς που σχετίζεται με θέματα στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος. Ενα από τα προβλήματα που χαρακτηρίζουν την ορμητική άνοδο του κομμουνιστικού κινήματος είναι ότι δε συμβάδιζε, στο μέτρο πάντα του δυνατού, η νηφάλια, συλλογική κριτική αποτίμηση της πείρας. Ετσι ώστε η διόρθωση των λαθών, η ανάπτυξη ή η αναπροσαρμογή των θέσεων να βασίζεται σε μια μεθοδική ανάλυση της εξελισσόμενης πραγματικότητας, της γενίκευσης της πείρας της ταξικής, επαναστατικής πάλης με βάση πάντα τις αρχές της επαναστατικής θεωρίας μας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Τρίτη Διεθνής συγκέντρωσε τα πυρά των αστικών κυβερνήσεων, των ιμπεριαλιστικών κρατών και οργανισμών. Εγινε το δεύτερο καρφί στο μάτι τους, μετά βεβαίως την Οκτωβριανή Επανάσταση και την εγκαθίδρυση της πρώτης στην ιστορία δικτατορίας του προλεταριάτου. Μετά την νίκη της αντεπανάστασης ξεκίνησε μια ανιστόρητη, ως συνήθως, συκοφαντική εκστρατεία κατά της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Οι γνωστοί πια μηδίσαντες φρόντισαν, με το γνωστό τους ανιστόρητο τρόπο, την ανορθολογική και αντιεπιστημονική τους σκέψη, να δηλώσουν ότι ποτέ πια δεν πρέπει να υπάρξει επί της γης καμία μορφή οργανωμένης κοινής δράσης των κομμουνιστικών κομμάτων, διότι τάχα η Διεθνής πήρε στο λαιμό της κομμουνιστικά κόμματα, τα οδήγησε σε λάθη, κατέλυσε την αυτοτέλεια ευθύνης τους, τα υπέταξε στο ΚΚΣΕ. Ενας λόγος παραπάνω για να σκεφθεί κανείς ότι η επέτειος της Τρίτης Διεθνούς φέρνει στην επιφάνεια το επίκαιρο ζήτημα της ενότητας δράσης του κομμουνιστικού κινήματος και της οργανωμένης μορφής που αυτό πρέπει να πάρει. Ανεξάρτητα από τις γνώμες που έχουν εκφραστεί, τις κρίσεις σε συγκεκριμένες αποφάσεις και επιλογές της Τρίτης Διεθνούς, ανεξάρτητα από την εκ των υστέρων πείρα και σοφία που τυχόν κατακτήθηκε, ένα πράγμα δε μπορεί να αμφισβητηθεί: Οτι η ενότητα δράσης του κομμουνιστικού κινήματος δε μπορεί να επιτευχθεί δίχως να πάρει μια συγκεκριμένη οργανωμένη μορφή. Το κομμουνιστικό κίνημα πρέπει να έχει ένα κέντρο αναφοράς. Οπωσδήποτε η μορφή που μπορεί να πάρει η σύγχρονη Διεθνής, το πώς θα αρθρώνονται οι σχέσεις ανάμεσα στα κόμματα, πώς θα διασφαλίζεται το ενωτικό στοιχείο με την όποια ιδιαιτερότητα συνθηκών αντιμετωπίζει το κάθε κόμμα, είναι πρόβλημα, είναι ζήτημα για μελέτη και διερεύνηση στις σύγχρονες συνθήκες, παίρνοντας υπόψη τη θετική και την αρνητική πείρα του παρελθόντος. Τα όποια προβλήματα εμφανίσθηκαν στη διαδρομή της Διεθνούς δε μπορούν να αναιρέσουν την ανάγκη το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα να είναι ενωμένο σαν μια γροθιά απέναντι στον ενωμένο επίσης ταξικό αντίπαλο. Η ενότητα του κομμουνιστικού κινήματος για να έχει αποτελεσματικότητα δε μπορεί παρά να ενσαρκώνεται σε κάποια μορφή οργάνωσης, σε κάποια μορφή κεντρικού οργάνου. Οπως άλλωστε ισχύει και για τις διεθνείς ενώσεις των φιλελεύθερων και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Ο συντονισμός δράσης των ΚΚ, η κοινή δράση τους είναι μια μορφή διεθνούς συνεργασίας, οπωσδήποτε όμως κατώτερη, ανεπαρκής για τις σύγχρονες ανάγκες. Το πιο γνωστό επιχείρημα εναντίον της δημιουργίας μιας νέας κομμουνιστικής διεθνούς προκύπτει από την κριτική στάση απέναντι σε υπαρκτά προβλήματα που εμφανίσθηκαν στις τρεις Διεθνείς, και την Τρίτη που αποτέλεσε την κορυφαία μέχρι σήμερα μορφή ενιαίας δράσης του κομμουνιστικού κινήματος. Ακόμα και αν δεχθούμε όλες τις κριτικές απόψεις γύρω από το πώς λειτούργησε η Τρίτη Διεθνής, δε μπορούμε να υιοθετήσουμε τη λογική, «πονάει το κεφάλι, κόβεις κεφάλι». Ας μου συγχωρεθεί η έκφραση ότι μια τέτια θέση ακούγεται αφελής έως και ανόητη σήμερα, όταν μάλιστα υποστηρίζεται από κόμματα που θεωρητικοποιώντας τις δυσκολίες, έχουν προσχωρήσει στην άποψη ότι ο σοσιαλισμός ή θα νικήσει παντού και ταυτόχρονα ή δε μπορεί να υπάρξει, παραγνωρίζοντας την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού, που την παραδέχονται σήμερα και τα αστικά κόμματα ως και οι αστοί θεωρητικοί. Και έτσι να είναι τα πράγματα - που δεν είναι - ένας λόγος παραπάνω για να υπάρχει παγκόσμιο κομμουνιστικό κέντρο, σε αντιστοιχία έστω με τις διεθνείς και περιφερειακές ενώσεις του ιμπεριαλισμού. Αλλωστε, τα όποια προβλήματα εμφανίσθηκαν στους κόλπους της Διεθνούς δε γεννήθηκαν από την ύπαρξή της. Αντανακλούσαν, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, τη βασανιστική πορεία ωρίμανσης των χωριστών κομμουνιστικών κομμάτων, τη διαπάλη σε εθνικό και διεθνές επίπεδο με τον οπορτουνισμό. Τα προβλήματα έτσι και αλλιώς ήταν πραγματικά σε εθνικό επίπεδο. Αντίθετα, αυτή προσέφερε ευρύ πεδίο για να συζητούνται τα κοινά αυτά προβλήματα, ακόμα και να γίνονται προσωρινοί συμβιβασμοί ή να μένουν ζητήματα ανοικτά όταν δεν υπήρχε άμεση δυνατότητα ενιαίας άποψης. Πόσο μάλλον που σήμερα η διεθνοποίηση έχει επιταχυνθεί και είναι ακόμα πιο δύσκολο, σε σχέση με το παρελθόν, να αναδείξει κανείς απόλυτα εθνικές ιδιαιτερότητες, έναντι των διακρατικών περιφερειακών και παγκόσμιων οργανισμών. Σημαντική πλευρά αυτού του επιχειρήματος είναι ότι η ύπαρξη ενός διεθνούς κέντρου, η κοινή διεθνής οργάνωση των κομμουνιστικών κομμάτων τα στερεί από την ικανότητα να έχουν την αυτοτέλεια ευθύνης απέναντι στο κίνημα της χώρας τους, τα δυσκολεύει να προσαρμόζονται στις εθνικές ιδιομορφίες. Αν μελετήσουμε τα πιο βασικά δημοσιευμένα ντοκουμέντα της Τρίτης Διεθνούς, θα δούμε ότι η στόχευσή της ήταν όχι απλά να χαράξει τα ενιαία καθήκοντα του κομμουνιστικού κινήματος αλλά και να αναδειχθούν τα ιδιαίτερα καθήκοντα των κομμάτων ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, ανάλογα με τη θέση της κάθε χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Το θέμα όμως είναι βαθύτερο, στην ίδια την αντίληψη της εθνικής ιδιομορφίας. Μακριά από εμάς η υποτίμηση των συγκεκριμένων συνθηκών πάλης από χώρα σε χώρα. Ομως η ιστορική πείρα έδειξε ότι, για αρκετά κόμματα, πίσω από τον όρο εθνική ιδιομορφία κρύβονται είτε λαθεμένες επεξεργασίες για το χαρακτήρα της επανάστασης, είτε επηρεασμός από οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις. Εμφανής ήταν η επίδραση της μεγάλης πίεσης που έζησαν όλα τα κόμματα προκειμένου να προσχωρήσουν σε καταδίκη του λεγόμενου σοβιετικού μοντέλου, να ρίξουν νερό στο μύλο του αντισοβιετισμού. Είναι γνωστό το επιχείρημα ότι στο όνομα του διεθνισμού υποχρεώνονταν τα κομμουνιστικά κόμματα να υπερασπίζονται άκριτα την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην πρώτη χώρα που το επιχείρησε, την ΕΣΣΔ. Στο συγκεκριμένο ζήτημα ανακατεύονται, σκόπιμα στις περισσότερες περιπτώσεις, διαφορετικές πλευρές και ζητήματα. Η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους που έζησε τραγικά την ιμπεριαλιστική περικύκλωση, ήταν ΚΑΘΗΚΟΝ των κομμουνιστικών κομμάτων, από τα πρώτα καθήκοντα, και όχι απλά ένα πρόβλημα αλληλεγγύης, πολύ περισσότερο δεν έχει καμία σχέση με τη χυδαία αντίληψη περί υποτέλειας στο κόμμα της χώρας αυτής. Είναι διαφορετικό ζήτημα το πρόβλημα που συνειδητοποιήθηκε, κυρίως μετά την νίκη της αντεπανάστασης, ότι δηλαδή η υπεράσπιση ταυτίστηκε με μια ωραιοποίηση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Σε τελευταία ανάλυση το πρόβλημα αυτό αντανακλά την επίδραση δύο παραγόντων: Το γεγονός κατ' αρχήν ότι όσα ξέρει και βλέπει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος. Σίγουρα όμως στην ωραιοποίηση ή και στο αντίθετο φαινόμενο της εύκολης κριτικής έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι η ιδεολογική δραστηριότητα, η συλλογική προσπάθεια για την ανάπτυξη της θεωρίας είχε απελπιστικά ατονήσει στο όνομα της μη επέμβασης στα εσωτερικά των κομμάτων, στο όνομα των άμεσων καθηκόντων του κινήματος ή στο όνομα ιδεολογικών διαφωνιών. Ο χαρακτήρας των διεθνών συναντήσεων δεν επέτρεπε μια πλατειά ανταλλαγή και ουσιαστική διερεύνηση των προβλημάτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Σημειώνουμε με την ευκαιρία ότι εκείνα τα κόμματα που ήθελαν τη χαλάρωση των διεθνών συναντήσεων, που κάθε κριτική τη θεωρούσαν εσωτερική επέμβαση, αυτά τα κόμματα έκαναν συνεχώς κριτική στο σοσιαλιστικό σύστημα, έπαιρναν αποστάσεις από την ΕΣΣΔ υιοθετώντας αστικά και μικροαστικά κριτήρια για το τί είναι σοσιαλισμός και ποιά είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά. Σήμερα είμαστε πιο έμπειροι ίσως να προβληματιστούμε στο πώς πρέπει το κάθε κόμμα να εννοεί τη σωστή θέση ότι δε μπορεί ένα κόμμα να επεμβαίνει στα εσωτερικά του άλλου. Στις σύγχρονες συνθήκες τα περισσότερα από τα ζητήματα που απασχολούν τα κομμουνιστικά κόμματα αφορούν τις διεθνείς εξελίξεις, το διεθνές εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Βεβαίως και στο παρελθόν ίσχυε γενικά το ίδιο, όμως στις σημερινές συνθήκες όλο και μειώνονται εκείνα τα θέματα που ίσως παλιότερα τα εντάσσαμε στις εθνικές ιδιομορφίες. Αν και, κατά τη γνώμη μας, ο όρος ιδιομορφία πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή, προ πάντων να μη είναι τόσο ελαστικός ώστε να επιτρέπει να θεωρούνται ιδιομορφίες χαρακτηριστικά που εκπορεύονται από τη φύση του ιμπεριαλισμού. Η στάση πχ. απέναντι στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ αποτελεί σήμερα ατομική υπόθεση του κάθε κόμματος χωριστά; Είναι δυνατόν πχ. για το λαό μιας χώρας, την εργατική τάξη, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ να φέρνει καλό και για την εργατική τάξη και το λαό μιας άλλης χώρας να είναι τραγωδία; Η στάση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, όπως λόγου χάρη έγινε στην περίπτωση της Βαλκανικής και αλλού, είναι δυνατόν να συνιστά εθνικό ιδιαίτερο γεγονός για το ένα ή το άλλο κόμμα; Η στάση απέναντι στην επιστημονική θεωρία του σοσιαλισμού, η στάση απέναντι στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε είναι ζήτημα εθνικής επιλογής για ένα ΚΚ; Τα θέματα και τα ζητήματα που απασχολούν τα ΚΚ σήμερα, από την πολιτική συμμαχιών και το δρόμο προς το σοσιαλισμό ως και τη συγκεκριμένη στάση απέναντι στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, είναι θέματα γενικότερης σημασίας. Οταν ένα κόμμα κάνει λαθεμένες επιλογές δυσκολεύει αντικειμενικά τη θέση του άλλου κόμματος. Είναι μικρό πράγμα αυτό που ζήσαμε στον πρόσφατο πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας, να υπάρχουν ΚΚ που να μετέχουν σε κυβερνήσεις που έπαιζαν σημαντικό και ιδιαίτερο ρόλο στην εξαπόλυση των βομβαρδισμών ή είναι μικρό πράγμα να προσπαθούν να δικαιολογήσουν ως ένα βαθμό τον πόλεμο με πρόσχημα τη λεγόμενη εθνοκάθαρση του Μιλόσεβιτς; Αν δηλαδή ένα ή πολλά κόμματα ασκήσουν κριτική στα συγκεκριμένα κομμουνιστικά κόμματα αυτό σημαίνει επέμβαση στα εσωτερικά τους; Υπάρχουν ζητήματα που σίγουρα ένα κόμμα δε μπορεί να εμφανίζεται τιμητής του άλλου, πολύ περισσότερο να παρεμβαίνει στη δράση του, όπως είναι θέματα τακτικών επιλογών, ακόμα και συμμαχιών αν και στον τομέα αυτό όλο και μειώνονται οι εθνικές και τοπικές ιδιομορφίες. Δεν είναι επίσης εύκολο ένα κόμμα να μπορεί να έχει όλα τα στοιχεία προκειμένου να κρίνει επιλογές άλλου κόμματος στη χώρα του σε όλα τα θέματα, ακόμα και σε ζητήματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Είναι αναγκαία η συντροφική συζήτηση των διαφορετικών απόψεων, η έκφραση γνώμης ανάμεσα στα κόμματα, γιατί διαφορετικά οι διμερείς και πολυμερείς συναντήσεις θα πάρουν εκείνο το χαρακτήρα που τα περισσότερα κόμματα έχουμε εκτιμήσει για τις διεθνείς συναντήσεις πριν τις ανατροπές, τον τυπικό δηλαδή χαρακτήρα ο καθένας να λέει τα δικά του, σαν να είμαστε ξένοι μεταξύ μας. Η κριτική οπωσδήποτε, όταν γίνεται δημόσια, πρέπει να γίνεται με τέτιο τρόπο ώστε να βοηθά, να πείθει και, πολύ περισσότερο να μην αξιοποιείται από την πολιτική του διαίρει και βασίλευε που συστηματικά επιχειρούν τα διάφορα όργανα και οι θεραπαινίδες του ιμπεριαλισμού. Η αλήθεια σήμερα είναι μια, ότι είμαστε σχετικά μακριά από μια καρποφόρα συζήτηση για τις μορφές μέσα από τις οποίες μπορεί να αποκατασταθεί στις σύγχρονες συνθήκες η ενότητα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Είμαστε μακριά όχι γιατί δε μας χρειάζεται μια διεθνής, αλλά γιατί η κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος δεν έχει ξεπεραστεί, υπάρχουν σοβαρές ιδεολογικές διαφορές που εμποδίζουν μια τέτια εξέλιξη. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμάμε άλλες μορφές κοινής δράσης που βοηθούν να αποκτήσει δύναμη το παγκόσμιο κίνημα, κομμουνιστικό, αντιιμπεριαλιστικό. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται συνεχείς προσπάθειες όχι μόνο ουσιαστικών διμερών επαφών αλλά και πολυμερών συναντήσεων, χωρίς αποκλεισμούς. Συναντήσεις που μπορούν να βοηθήσουν στο συντονισμό και την κοινή δράση εκεί που υπάρχει συμφωνία, όπως και συναντήσεις για τη συζήτηση επίκαιρων ιδεολογικών και θεωρητικών ζητημάτων. Σε αυτές τις συναντήσεις είναι αναγκαία και ωφέλιμη η συζήτηση των διαφωνιών που υπάρχουν και όχι απλά να συζητάμε γενικά και αφηρημένα εκεί που συμφωνούμε. Είναι ωφέλιμη η συντροφική ιδεολογική διαπάλη. Κανένα κόμμα δε μπορεί να επιβάλει στο άλλο τις απόψεις του, αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν έχουμε δικαίωμα και υποχρέωση να λέμε τις απόψεις μας και να προβληματιζόμαστε με τις απόψεις των άλλων. Το ΚΚΕ είναι ένα κόμμα που επί 81 χρόνια κράτησε ψηλά τη σημαία του προλεταριακού διεθνισμού. Ζήσαμε όλες τις πλευρές του, την αναντικατάστατη προσφορά του και τις δυσκολίες που οφείλονταν και στις ιδεολογικές διενέξεις και διαφορές, στην απειρία και στις θεωρητικές ανεπάρκειες. Ομως ποτέ δεν επιλέξαμε να ακολουθήσουμε τον ολισθηρό δρόμο, τα καλά δικά μας, του ΚΚΕ, και τα άσχημα των άλλων. Ποτέ δεν πέσαμε στο λάθος να δικαιολογούμε τα δικά μας λάθη ή αστοχίες ρίχνοντας τις ευθύνες κάπου αλλού, έξω από εμάς, ακόμα και αν διεθνείς επιλογές και αποφάσεις επηρέασαν και εμάς αρνητικά. Νομίζω ότι αυτό το «χάρισμα» που έχει το κόμμα μας το κληρονομήσαμε διαχρονικά από το 1918 ως σήμερα, ο διεθνισμός του ΚΚΕ ήταν αναπόσπαστο χαρακτηριστικό στη δράση του. Γι' αυτό και η διεθνιστική αλληλεγγύη μπόλιασε βαθύτερα το λαϊκό κίνημά μας. Σε αυτές τις ρίζες και όχι μόνο στη σημερινή μας δράση οφείλεται ο σημαντικός ρόλος του κόμματός μας, αλλά και του λαϊκού κινήματος σε κινητοποιήσεις διεθνούς σημασίας, όπως ήταν στην περίπτωση του βρώμικου πολέμου κατά της Γιουγκοσλαβίας. Σε αυτές τις ρίζες οφείλεται το γεγονός ότι το ΚΚΕ, και μετά τη βαθιά κρίση που πέρασε το '89-'91, δε σταμάτησε ούτε μια στιγμή να παίρνει πρωτοβουλίες για συντονισμό, έστω, και κοινή δράση ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα. Ετσι και θα συνεχίσουμε, τιμώντας τις παραδόσεις μας που είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρες
|