Σοσιαλιστική σκέψη και σοσιαλιστικές κινήσεις των φοιτητών των Αθηναϊκών ΑΕΙ (1875-1922)

Σοσιαλιστική σκέψη και σοσιαλιστικές κινήσεις των φοιτητών των Αθηναϊκών ΑΕΙ (1875-1922)

Διδακτορική διατριβή

Ιωάννινα 2006

“DIXI ET SALVARI ANIMUM MEAM”
Στους συναγωνιστές
των φοιτητικών χρόνων

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η παρούσα εργασία δεν εμφανίζεται ξαφνικά, ως ένας – τρόπος του λέγειν – κεραυνός εν αιθρία. Θα τολμούσα να πω ότι δεν είναι έργο ενός υποψήφιου διδάκτορα άσχετου με το θέμα. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση ακόμη που δεχθούμε πως παρόμοιο θέμα διατριβής δεν είχε γίνει αντικείμενο έρευνας εδώ και πολύ καιρό, κάτι που – δυστυχώς – φαίνεται πως ισχύει.
Πρέπει εξ αρχής να δηλώσω πως υπήρξα συνδικαλιστής, μέλος φοιτητικής παράταξης της αριστεράς, από τα μέσα της περασμένης δεκαετίας. Μάλιστα, ήμουν ενεργός συνδικαλιστής και όχι απλώς ένα όνομα σε κάποιο ψηφοδέλτιο. Μετείχα επίσης τόσο στα όργανα διοίκησης του συλλόγου φοιτητών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, όσο και στα όργανα – όπως τα αποκαλούσαμε – συνδιοίκησης (συνελεύσεις τμημάτων και τομέων). Και «πείσμωσα» ακόμη περισσότερο ως συνδικαλιστής, όταν για οικονομικούς λόγους αναγκάστηκα να αφήσω για ένα χρονικό διάστημα τις σπουδές μου. Αυτή, πάντως, ήταν και μία περίοδος σημαντικής πολιτικής επιμόρφωσης και αυτομόρφωσης που συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στον τρόπο σκέψης όσο και δράσης μου.
Αναφέρομαι σε μία χρονική στιγμή που το φοιτητικό κίνημα βρισκόταν σε κρίση (συνεπακόλουθα και η αριστερή του πτέρυγα), κρίση που ακόμη δεν έχει ξεπεράσει. Αναφέρομαι σε μία χρονική στιγμή που το να δηλώνεις αριστερός, στον χώρο των πανεπιστημίων – πολύ δε περισσότερο κομμουνιστής – ήταν «εκτός εποχής» στην καλλίστη των περιπτώσεων. Κάποτε μάλιστα ακόμη και το να δήλωνες συνδικαλιστής ακουγόταν παράταιρο. Ένα κομμουνιστής συνδικαλιστής, λοιπόν, εκείνες τις ημέρες ήταν κάτι σαν «μουτζαχεντίν», ένας φανατικός με πίστη απόλυτη στο δίκιο του, είτε γνωρίζοντας για αυτό, είτε έχοντας λανθασμένη άποψη.
Ας κρατήσουμε ως δεδομένο πως αυτό το πνεύμα με διακατέχει ως σήμερα. Όταν ήρθα σε μία πρώτη επαφή με τον κ. Παπαϊωάννου, ζήτησα να αναλάβω ένα θέμα για το φοιτητικό κίνημα του μεσοπολέμου για να πάρω την απάντηση πως οι εργασίες για αυτή την περίοδο είναι πάρα πολλές και μου πρότεινε να ασχοληθώ με τις απαρχές του κινήματος, μέχρι το 1922. Δεν αρνήθηκα μα, για να είμαι ειλικρινής, φοβήθηκα πως δεν θα κατόρθωνα να γράψω κάτι (εννοώ να γράψω κάτι. όχι οπωσδήποτε κάτι βάσιμο και πρωτότυπο), θεωρώντας πως δεν υφίστατο κίνημα εκείνη την περίοδο ή πως το θέμα είχε διεξοδικότατα ερευνηθεί από μελετητές παλαιότερους ή σύγχρονους. Όμως, μεγάλη ήταν η έκπληξή μου όταν ο επιβλέπων μου δήλωσε πως πρόκειται για παρθένο σχεδόν έδαφος, ακόμη μεγαλύτερη όταν διαπίστωσα ιδίοις όμμασι πως η βιβλιογραφία είναι περιορισμένη, ακόμη μεγαλύτερο όμως ήταν το χτύπημα όταν έμαθα από συναδέλφους μεταπτυχιακούς του Καποδιστριακού πως οι εκεί καθηγητές γνώριζαν πως ένας υποψήφιος διδάκτορας στην Ελλάδα ασχολείται με το θέμα αυτό και ότι ανυπομονούσαν για το αποτέλεσμα (ο συνδυασμός αυτού του αγχωτικού νέου με σοβαρότατα άσχημα νέα για την υγεία μου δεν ήταν ό,τι καλύτερο μου είχε συμβεί).
Μελετώντας την υπάρχουσα βιβλιογραφία κατέληξα στο να εξειδικεύσω το θέμα της διατριβής όπως συμπυκνώνεται στον τίτλο της παρούσης. Χωρίς να ισχυρίζομαι πως είναι μία «εξαιρετική εργασία» ή πως έχετε μπροστά σας τον «νέο Κορδάτο» ή οτιδήποτε άλλο σχετικό, οφείλω όμως να καταμαρτυρήσω πως αυτή η εργασία έγινε με πολλή αγάπη και μεράκι, γιατί ήταν βιωματική και – κατά κάποιον τρόπο – αυτοβιογραφική. Μπορεί ο χρόνος και τα γεγονότα να με χώριζαν για 100 χρόνια από τα ιστορούμενα, εν τούτοις οι αναλογίες είναι συχνά εκπληκτικές. Ουσιαστικά, σκοποί της εργασίας δεν είναι άλλοι από το να δοθούν απαντήσεις σε ορισμένα γενικά ζητήματα της αριστερής πτέρυγας του φοιτητικού χώρου, να φωτιστούν οι ιδιαίτερες πτυχές, βέβαια, μιας άλλης εποχής αλλά και να διατυπωθούν νέα ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο το παρελθόν του κινήματος.
Ο κύριος στόχος, λοιπόν, της παρούσας είναι να αναδείξει την κινητικότητα της αριστερής πτέρυγας των φοιτητών των αθηναϊκών ανώτατων ιδρυμάτων της περιόδου 1875-1922, κάτι που ως σήμερα δεν φαίνεται να έχει γίνει ικανοποιητικά και δεν υπάρχει κάτι, φυσικά, που να διασφαλίζει πως θα το επιτύχει αυτή η διατριβή. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να υπογραμμίσει την σχέση της φοιτητικής αριστεράς εκείνης της εποχής με την κοινωνία, τόσο δηλαδή την αλληλεπίδραση όσο και την εξέχουσας σημασίας συμβολή της στην πολιτική και συνδικαλιστική οργάνωση πρωτίστως του προλεταριάτου στην Ελλάδα. Είναι ίσως η μοναδική φορά που οι αριστεροί φοιτητές «σύρουν» την εργατική τάξη και δεν ακολουθούν τα κελεύσματά της (αργότερα, όταν τα στελέχη της φοιτητικής αριστεράς, η μειονότητά τους πάντως, θα εισέλθουν στην εργατική τάξη [πολλοί λίγοι] ή στην διανόηση [οι περισσότεροι] και θα εργάζονται στα πολιτικά κόμματα ή τους εργατικούς φορείς, οι φοιτητές θα βλέπουν το κίνημά τους σε ανοδική ή καθοδική τροχιά, ανάλογη με αυτή του εργατικού).
Ένας εξίσου σημαντικός στόχος και ταυτόχρονα κριτήριο επιτυχίας της διατριβής αυτής, είναι η αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την μελέτη του φοιτητικού κινήματος και εδώ η αναφορά δεν γίνεται μόνο στην αριστερά αυτού. Θα ήταν εξαιρετικά ευχάριστο να υπάρξει μία μελέτη για τον φοιτητικό χώρο από μία άλλη πολιτική σκοπιά. Θα ήταν πλέον ευχάριστο αν συνάδελφοι με αριστερή συνείδηση αποφάσιζαν να ξαναρίξουν το ερευνητικό βλέμμα στο παρελθόν του φοιτητικού κινήματος, να εμπλουτίσουν τις δεδομένες γνώσεις ή και να τις αναθεωρήσουν, εφόσον κάτι τέτοιο επιβάλλεται από νέα επιστημονικά στοιχεία. Στο τέλος, η επιστημονική αντιπαράθεση ιστορικών θεωρήσεων εμποτισμένων με πολιτικό κριτήριο μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει τόσο για την επιστήμη, όσο και για την πολιτική σκέψη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Ωστόσο, η «κρυφή» αλλά και μεγαλύτερη φιλοδοξία του έργου αυτού είναι να γίνει κτήμα της σπουδάζουσας νεολαίας. Όχι ένα «φιλολογικό κτήμα» που θα προσφέρει απλόχερα «δόξα» στον ερευνητή και, ενδεχομένως, κάποτε μία «αυλή» φοιτητών που θα του φανεί χρήσιμη στο ακαδημαϊκό του μέλλον. Η φιλοδοξία έγκειται στο να γίνει ένας πρακτικός οδηγός των νέων φοιτητών, κυρίως αυτών που θεωρούν πως ο συνδικαλισμός και η πολιτική δεν τους αφορούν αλλά και αυτών που είναι ήδη σε κάποιον πολιτικό – συνδικαλιστικό χώρο και έχουν την άποψη πως κατέχουν την «απόλυτη αλήθεια» για τον χώρο τους. Πιστεύω πως η σημερινή κατάσταση του φοιτητικού χώρου έχει ορισμένες σημαντικές αναλογίες με εκείνη που υπήρχε πριν έναν αιώνα και πλέον πριν το σήμερα και πως οι δυσκολίες που συναντούσε ένας Δρακούλης ή ένας Καλλέργης δεν μας είναι εντελώς άγνωστες.

Η έρευνα ξεκίνησε από την υπάρχουσα βιβλιογραφία που δεν είναι αρκετή να ικανοποιήσει τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του θέματος που αφορά και την εργασία αυτή, ενώ ακόμη και συνολικά το φοιτητικό κίνημα της περιόδου που εξετάζεται δεν απασχολεί πολλούς τίτλους έργων, ενώ υπάρχει πληθώρα βιβλίων για τις πολιτικές εξελίξεις όλων αυτών των χρόνων, για τα οικονομικά δεδομένα και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Και είναι περίεργο το γεγονός της απουσίας ουσιαστικά των φοιτητών από το ιστορικό ενδιαφέρον αφού, όπως φιλοδοξεί η παρούσα να αποδείξει, τουλάχιστον μέχρι το 1900 περίπου η σπουδάζουσα νεολαία επηρέαζε σημαντικά τα εσωτερικά δρώμενα φτάνοντας ακόμη και να απειλήσει κυβερνήσεις.
Ευτυχώς, τα λίγα βιβλία που ασχολούνται με τα φοιτητικά πράγματα λειτούργησαν ως ένας καλός οδηγός έρευνας και ανάλυσης, δείχνοντας παράλληλα τα κενά στα οποία οι ερευνητές πρέπει να σκύψουν για να καλύψουν.
Εξακολουθεί, λοιπόν, να υπάρχει ένα σημαντικό κενό σε ό,τι αφορά την δράση και την σκέψη των σοσιαλιστών φοιτητών του φεντεραλιστικού κινήματος που χρονικά αναφέρεται στα πρώτα χρόνια που απασχολούν την διατριβή μου και το οποίο συνδέθηκε με τους φοιτητές ισχυρότατα, κατά πως φαίνεται. Είναι μία έρευνα που δεν κατόρθωσα να κάνω παρότι εξ αρχής ήταν ένας όρος για να θεωρήσω ότι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να αποτελεί η δουλειά μου μία σημαντική συμβολή στο αντικείμενο. Το μόνο σίγουρο είναι πως στους Έλληνες φεντεραλιστές δεν θα βρούμε μόνο την πρώτη οργανωμένη έκφραση των Ελλήνων σοσιαλιστών αλλά ακόμη και τους πρώτους οπαδούς του μαρξισμού στην Ελλάδα.
Κατόπιν έκανα μία κατά το δυνατό σοβαρή δουλειά με τις οργανώσεις που επηρεάζονταν από τον Καλλέργη και τον Δρακούλη κατά την περίοδο της συνάντησης και της σύγκρουσής τους και νομίζω ότι τα συμπεράσματα που εξήγαγα αποτελούν μία συμβολή στην έρευνα ως σήμερα, κρίνω πως είναι τεκμηριωμένη και, πάντως είναι μία άποψη που βρίσκεται στην κρίση πλέον της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Η μεγαλύτερη δυσκολία που έχει να αντιμετωπίσει ο ερευνητής σήμερα αλλά και στο μέλλον είναι στην ανίχνευση του αριστερού φοιτητικού κινήματος κατά την περίοδο των «μαύρων χρόνων» από το 1897 έως τουλάχιστον το 1909, ίσως και μέχρι το 1916. Τα χτυπήματα που δέχθηκαν οι σοσιαλιστές μετά την ήττα στα 1897 συνέβαλαν στο να εξαφανιστούν ουσιαστικά οι όποιες οργανώσεις δρούσαν ή να λειτουργούν υποτονικά. Μόνο για το γλωσσικό μπορούμε να έχουμε ικανά στοιχεία (πλην όχι ξεκάθαρα) ενώ μόνο η δουλειά σε προσωπικά αρχεία μπορεί να δώσει μία καλύτερη εικόνα χωρίς όμως να πρέπει να περιμένουμε πολλά.
Για την περίοδο 1916-1922 τα στοιχεία είναι αρκετά, αλλά ακόμη η έρευνα έχει πολλά περιθώρια να προχωρήσει, τόσο με προσωπικά στοιχεία, όσο και με τον τύπο. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως είναι σημαντικό να δούμε το αρχείο του ΚΚΕ που αποκαθίσταται από τις πλημμύρες του 1994, οπότε θα μπορούν να αξιοποιηθούν πολλά στοιχεία που σήμερα δεν είναι διαθέσιμα. Π.χ. το αρχείο του Εργατικού Αγώνος, της εφημερίδας που την ευθύνη είχε ο Λιγδόπουλος θα μπορούσε να παράσχει πολλές πληροφορίες για την δράση της ομάδας του, της Σοσιαλιστικής Νεολαίας Αθηνών. Εν τούτοις πιστεύω πως και για αυτή την περίοδο έχω εργαστεί ικανοποιητικά.
Εδώ να σημειώσω πως για άτομο με ειδικές ανάγκες θεωρώ ότι έκανα μία καλή εργασία. Ομολογώ όμως ότι αν ήμουν υγιής, θα έκρινα την εργασία αυτή μέτρια. Και πρέπει να πω ότι η ολοκλήρωση της εργασίας θα ήταν αδύνατη, αν δεν ήταν εφικτή η πρόσβαση μέσω του διαδικτύου στον τύπο της εποχής. Ακόμη κρίνω πως τα ανώτατα ιδρύματα πρέπει να αποφασίσουν το συντομότερο δυνατό να προχωρήσουν στην απόκτηση των cd-rom αρχείων εντύπων ή και στην ανάθεση της ψηφιοποίησης άλλων, κάτι που θα βοηθήσει πάρα πολύ τους ερευνητές των επαρχιακών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων αλλά ακόμη και τους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές που δεν θα χρειάζεται να μεταβαίνουν στην πρωτεύουσα για την τεκμηρίωση του έργου τους, εξοικονομώντας έτσι χρόνο οι ίδιοι αλλά και κάνοντας οικονομία στα έξοδα του ιδρύματος.
Ως προς την μέθοδο ανάλυσης των δεδομένων, ακολούθησα την μαρξιστική-λενινιστική, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι απαγορευτικό να προσεγγιστεί η ιστορία της αριστερής παράταξης των φοιτητών από άλλες φιλοσοφικοπολιτικές οπτικές. Η ανάλυση αυτή βοηθά περισσότερο στην εξήγηση των ενδοσοσιαλιστικών συγκρούσεων αλλά κυρίως στην κατανόηση των παραγόντων εκείνων που διαμόρφωναν την άποψη των σοσιαλιστών φοιτητών για τα πράγματα και την δράση τους αντίστοιχα. Άλλωστε, στο τέλος της εξεταζόμενης περιόδου οι οπαδοί του μαρξισμού-λενινισμού κυριάρχησαν και στο φοιτητικό κίνημα, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι μαζί τους αναπτύχθηκαν και ομάδες αντιτιθέμενες, εντασσόμενες όμως στον χώρο της αριστεράς. Βοήθησε ακόμη πάρα πολύ στην αντιμετώπιση αντιλήψεων που συνάντησα σε βιβλία και που – κατά την ταπεινή μου άποψη – δεν συμβάδιζαν με τα δεδομένα. Π.χ. η Ένωση των σοσιαλιστών φοιτητών και σπουδαστών που έδρασε από το 1920 θεωρείτο από μελετητές μικρής σημασίας οργάνωση, όμως αποδεικνύεται πως είχε σημαντική δράση και πως άλλοι παράγοντες συνέβαλαν στο να μειώσει την δράση της, που έχουν να κάνουν με την εσωτερική ιδεολογική διαφοροποίηση ομάδων στο ΣΕΚΕ(Κ). Σημαντικό επίσης στην ανάλυση είναι να καταδειχθεί η συνέχεια του γιακωβίνικου εθνικιστικού πνεύματος, εθνικιστικό πνεύμα που δεν νοείται με την σημερινή πολιτική έννοια αλλά ως παράγων της εθνικής γενέσεως και ολοκληρώσεως. Για αυτό και αλλάζει η μετά το 1913 στάση της αριστεράς απέναντι στο εθνικό, όταν πια κρίνει – ορθώς κατ’ εμέ – ότι η εδαφική ολοκλήρωση ήταν γεγονός με τις προσκτήσεις των Βαλκανικών πολέμων. Ακόμη, η διαφορετική αντιμετώπιση των εθνικών και διεθνών ζητημάτων μέσα από την οπτική της λενινιστικής-αντιιμπεριαλιστικής κριτικής φανερώνει την στροφή και της φοιτητικής αριστεράς σε σχέση με τα νέα δεδομένα.

Καταλήγοντας, κρίνω ότι η παρουσία είναι μόνο ένα μικρό λιθαράκι στην (σοσιαλιστική) φοιτητική ιστορία ακόμη και αν μείνουμε στα χρονικά πλαίσια που η ίδια ορίζει. Η έρευνα έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της. Τα αρχεία των εφημερίδων είναι προσβάσιμα, τουλάχιστον αρκετά από αυτά, ίσως όμως η πιο σημαντική δουλειά να μας περιμένει στα αρχεία διαφόρων προσωπικοτήτων της τότε φοιτητώσας αριστεράς. Προσωπικά σκέφτομαι πολύ σοβαρά να επανεξετάσω την εργασία αυτή στο άμεσο μέλλον.
Τέλος, να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον κ. Λυκούργο Καλλέργη, υιό του πρωτοπόρου σοσιαλιστή Σταύρου Καλλέργη, ο οποίος με δέχτηκε σπίτι του και είχαμε μία ειλικρινή πολιτικοϊστορική συζήτηση κατά την οποία μου προσέφερε το βιβλίο που συνέγραψε ο ίδιος για τον πατέρα του, έστω και αν σε πολλά από όσα συζητήσαμε – που άπτονταν της πολιτικής και της ιστορίας – διαφωνήσαμε. Επίσης τους συναδέλφους μου από την Αθήνα με τους οποίους περάσαμε ατελείωτες ώρες συζήτησης πάνω σε ιστορικά και πολιτικά ζητήματα που σχετίζονταν με το θέμα που επεξεργάζομαι και ιδιαίτερα τον ................................., καθώς και όλους τους φίλους και συγγενείς που ανέχθηκαν τις παραξενιές μου κατά το διάστημα της συγγραφής και της ασθένειάς μου.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Πριν εξετασθεί το αντικείμενο το εργασίας, είναι μάλλον υποχρεωτικό να παρακολουθήσουμε το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι της περιόδου σε αδρές γραμμές, ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητό το περιβάλλον μέσα στο οποίο έδρασαν οι πρωτοπόροι Έλληνες σοσιαλιστές φοιτητές και να γίνουν αντιληπτές οι αντικειμενικές συνθήκες –αν και θεωρημένες ως έναν βαθμό τουλάχιστον υποκειμενικώς – που οδήγησαν στην εμφάνισή τους. Επειδή δε είναι αδύνατο να δούμε την ελληνική πραγματικότητα χωρίς να έχουμε μία γενική εποπτεία της διεθνούς, ιδίως της ευρωπαϊκής, καταστάσεως, προηγείται η θεώρηση των της Ευρώπης και έπεται η ενασχόληση με τα της χώρας μας. Καθώς μάλιστα δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν οι σοσιαλιστές φοιτητές από το 1875 ως το 1922 μελετώντας μόνο τις συνθήκες αυτών των ετών, επιβάλλεται η γνώση των ευρωπαϊκών πραγμάτων από το 1848 και έπειτα τουλάχιστον, όπως ακριβώς και των ελληνικών, ώστε να δει συνολικά την εικόνα και τα γενεσιουργά αντικειμενικά αίτια του εξεταζομένου.
Για την Ευρώπη ο 19ος αιώνα ήταν μακράς διαρκείας και ξεκίνησε με την Γαλλική Επανάσταση του 1789, για να τερματιστεί με την έναρξη ή το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή την Οκτωβριανή επανάσταση και, πάντως, πριν το 1920. Ήταν ο αιώνας της εμφάνισης του καπιταλισμού σε όλες τις εκδοχές του (φιλελεύθερος και ιμπεριαλιστικός), αιώνας μεγάλων προσδοκιών για όλον τον κόσμο, εμφάνισης του βιομηχανικού προλεταριάτου και των εργατικών οργανώσεων και σε συνδικαλιστικό επίπεδο, διάδοσης των δημοκρατικών ελευθεριών, επιστημονικής έξαρσης και πνευματικής αναγέννησης. Δηλαδή ήταν ένας αιώνας θριάμβου και αισιοδοξίας. Ήταν όμως και αιώνας άγριας εκμετάλλευσης των ανθρώπων από ανθρώπους, αιώνας που έφερε εξαθλίωση σε εργατικές μάζες, υποδούλωση λαών, συνεχείς εξεγέρσεις και κοινωνικές επαναστάσεις. Ήταν, λοιπόν, ένας αιώνας με αντιφατικά μηνύματα, το ίδιο αντιφατικά όσο και το κυρίαρχο σε αυτόν κοινωνικοοικονομικό σύστημα.
Ο ελληνικός 19ος αιώνας αρχίζει με την επανάσταση του ’21 και τελειώνει με την Μικρασιατική καταστροφή. Η Ελλάδα ήταν (και παραμένει;) μία βαθύτατα εξαρτημένη από τις διεθνείς κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις χώρα τόσο σε οικονομικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Ήταν ένας αιώνας εξαιρετικά μεγάλης πολιτικής αστάθειας, αλλοπρόσαλλης εξωτερικής πολιτικής, χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης, παρακμής της υπαίθρου, συνεχών λαϊκών εξεγέρσεων, ανάπτυξης του παρασιτικού – μεταπρατικού κεφαλαίου, τελικά ένας αιώνας που είδε ανολοκλήρωτη την κοινωνική – ως έναν βαθμό και την εθνική – επανάσταση που ευαγγελιζόταν το 1821.

Κεφάλαιο 1ο

Ο ευρωπαϊκός 19ος αιώνας

Στην δεκαετία του 1860 ένας νέος όρος καθιερώθηκε στο οικονομικό και πολιτικό λεξιλόγιο της Ευρώπης – κυρίως – και της Αμερικής, ένας όρος που είχε εμφανιστεί λίγες δεκαετίες νωρίτερα: ο καπιταλισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Marx εξέδωσε ένα από τα σημαντικότερα έργα του το 1867 με τον χαρακτηριστικό τίτλο, «Το Κεφάλαιο».
Πριν εξετάσουμε το αντικείμενο που πραγματεύεται η παρούσα προσπάθεια, σκόπιμο είναι να δούμε σε αδρές γραμμές τι συνέβη στην Ευρώπη από τα μέσα του 19ου ως τις αρχές του 20ου αιώνα, μιας και τα όσα διαδραματίζονταν στην γηραιά ήπειρο είχαν τον αντίκτυπό τους – μικρότερο ή μεγαλύτερο – και στην Ελλάδα, ειδικά στους χώρους με τους οποίους θα ασχοληθεί η εργασία.
Λίγο πριν την καθιέρωση του όρου «καπιταλισμός» η Ευρώπη γνώρισε ένα νέο κύμα επαναστάσεων και κινημάτων στα 1848, με χαρακτήρα αστικοδημοκρατικό, ενώ το 1846 είχε προηγηθεί η ίδρυση της Ένωσης Κομμουνιστών, της προδρόμου της Α΄ Διεθνούς. Αυτό το κύμα σάρωσε την ήπειρο κατά το έτος αυτό αλλά, όπως ακριβώς το κύμα της θάλασσας, έτσι κι αυτό υποχώρησε τόσο γρήγορα όσο έσκασε στην ακτή (όμως, άφησε τα ίχνη του στην αμμουδιά, όπως θα φανεί αργότερα…). Απ’ άκρου εις άκρον σχεδόν της Ευρώπης ακουγόταν ξανά το δημοκρατικό κάλεσμα του γαλλικού 1789 και οι νέοι Ιακωβίνοι είχαν τόσα κοινά στοιχεία μεταξύ τους, ώστε δεν θα ήταν παντελώς άστοχο να μιλάμε για ένα πανευρωπαϊκό δημοκρατικό «κόμμα» με στόχο του την δημοκρατική αλλαγή των πολιτευμάτων σε συνδυασμό με τη δημιουργία εθνικών κρατών, όπου αυτό αποτελούσε αίτημα (Ιταλία, Γερμανία, Ουγγαρία κ.α.). Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό αυτής της επανάστασης ήταν ότι οι εργαζόμενες μάζες και, σε έναν βαθμό, οι αγροτικές ήταν αυτές που την στήριζαν. Το γεγονός ότι δεν προσέτρεξε η μεγάλη μάζα των αγροτών σε αυτή την μάχη, που είχε κάποια σχέση με την αδυναμία της αριστεράς να προσεγγίσει αυτά τα στρώματα, οφειλόταν μέχρις ενός σημείου στο δεδομένο της συγκέντρωσης σοβαρού αριθμού προλεταρίων στα αστικά κέντρα, όπου δρούσαν κατά κόρον οι διανοούμενοι – διαφωτιστές της αριστεράς, εκεί όπου συνέρεαν και αρκετοί προλεταριοποιημένοι αγρότες. Μαζί τους βέβαια συντάχθηκαν και οι ριζοσπάστες αστοί, όχι όμως και οι μετριοπαθείς και σίγουρα όχι οι αντιδραστικοί αστοί. Γιατί; Τι ήταν αυτό που εμπόδιζε την αστική τάξη να ολοκληρώσει τον θρίαμβό της κατά της φεουδαρχίας ή των υπολειμμάτων της, καταλαμβάνοντας και τυπικά την πολιτική εξουσία, έστω και αν οι βασιλείς ή οι αυτοκράτορες ήταν κυρίως διακοσμητικά στοιχεία;
Οι πρόσφατες επαναστάσεις και τα κινήματα έδειξαν πως το στοιχείο εκείνο που πρωτοστατούσε σε αυτά, όχι τόσο ιδεολογικά – πολιτικά όσο αριθμητικά, ως στρατιωτική εμπροσθοφυλακή, ήταν η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, οι κάθε είδους εργαζόμενοι, αυτοί δηλαδή που υπέφεραν περισσότερο από την απολυταρχία των μοναρχών και αυτοί ήταν που έβλεπαν πως ούτε η νίκη της αστικής τάξης οδήγησε στην εκπλήρωση του τριπτύχου αιτήματος «αδελφότητα, ισότητα, δικαιοσύνη». Τώρα, το 1848, αυτός ο λαός φαινόταν αποφασισμένος να ολοκληρώσει τον θρίαμβο της αστικής δημοκρατίας, ασκώντας σιγά – σιγά και την ιδεολογική καθοδήγηση του αγώνα αυτού. Αντίθετα, τα μετριοπαθή αστικά στοιχεία, που αποτελούσαν την πλειοψηφία των αστών, έβλεπαν με δισταγμό ή και αποστροφή ακόμη την δυναμική του λαού. Για αυτό εμφανίστηκαν απρόθυμα να τον συνδράμουν, εκτός των περιπτώσεων που αφορούσαν άλυτα εθνικά ζητήματα, έστω και αν με τον τρόπο αυτό απεμπόλησαν το δικαίωμα της κατάκτησης και τυπικά της πολιτικής εξουσίας. Μπορεί κάποιος να πει ότι το 1848, πέρα από τον τρόμο που προκάλεσε στους αστούς, τους οδήγησε στο να ενωθούν ως τάξη, να διαμορφώσουν ταξική συνείδηση πολύ πριν την εργατική. Άλλωστε, ως τάξη προϋπήρχαν και είχαν αυτοσυνείδηση ως ένα βαθμό από τον 18ο ήδη αιώνα. Η εργατική τάξη μπορούσε ίσως να διακρίνει την μακρινή –μετά την ήττα – προοπτική της κοινωνικής επανάστασης, αλλά σε αυτή τη φάση τουλάχιστον δεν ήταν σε θέση παρά να τρομοκρατήσει τους εχθρούς της. Δεν μπορούσε καν να φέρει σε πέρας την αστική επανάσταση, αφού ούτε αυτοσυνείδηση είχε, ούτε γνώριζε σε ικανό βαθμό τον εχθρό.
Σε τελική ανάλυση, η ιστορία της αστικής τάξης αποδεικνύει ότι οικονομικά είναι επαναστατική, αφού κοινωνικοποιεί την εργασία και κυρίως εκβιομηχανοποιεί την παραγωγή, πολιτικά όμως ουδέποτε υπήρξε επαναστατική, αλλά συντηρητική. Οι μεγάλες εξεγέρσεις, ακόμη και οι επαναστάσεις, γινόντουσαν από την μεγάλη μάζα του λαού, με την στενή έννοια του όρου. Το 1789 οι Γάλλοι ξεβράκωτοι και οι αγρότες υπό την καθοδήγηση των Ιακωβίνων δεν είχαν όραμα την αστική κοινωνία, αλλά μάλλον ένα εξισωτικό κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Αυτό φαίνεται πως είχαν στο μυαλό τους ο Ροβεσπιέρος και ο Σαιν Ζυστ, η μερίδα των σκληροπυρηνικών Ιακωβίνων. Αυτοί ήταν οι ριζοσπάστες της αστικής τάξης, προδότες της τάξης τους ουσιαστικά, και αυτός είναι ο κύριος λόγος που απόκτησαν τον λαϊκό τίτλο των «αδιάφθορων». Όμως, η αστική τάξη της Γαλλίας τρομοκρατήθηκε από την οργή των μαζών και έδρασε άμεσα, καταλύοντας την επαναστατική εξουσία. Αν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της ανάπτυξής της χωρίς τον εμφύλιο πόλεμο, χωρίς την ρήξη με τη μοναρχία, θα το είχε κάνει. Για αυτό άλλωστε δεν είχε κανένα πρόβλημα να αναγορεύσει αυτοκράτορα τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Οι κοινωνικές συνθήκες δεν το επέτρεψαν αυτό. Αφού δεν ήταν αυτή η οποία υποκίνησε τις δρώσες λαϊκές μάζες προς όφελός της, έπρεπε να τις χαλιναγωγήσει ή να τις χειραγωγήσει. Οι οικονομικές συνθήκες καθώς και η άγνοια διοικητικών γνώσεων των Γάλλων πληβείων είχαν σαν λογική συνέπεια την αποτυχία του στόχου τους. Μετά την αντεπανάσταση του 1849, η άνοδος στο θρόνο του Λουδοβίκου Βοναπάρτη δεν σήμαινε για την αστική τάξη πολιτική οπισθοδρόμηση, αλλά διατήρηση της κοινωνικής τάξης. Όμως, το πλέον τρανταχτό επιχείρημα για την απουσία επαναστατικής πολιτικής στην αστική σκέψη το δίνει η χώρα που γνώρισε πρώτη από όλες την βιομηχανική επανάσταση, η Μεγάλη Βρετανία. Η αστική τάξη επικράτησε ουσιαστικά με τον Cromwell στα τέλη ήδη του 17ου αιώνα και ο 18ος ήταν ο αιώνας της βιομηχανίας. Και όμως, η βασιλεία επανήλθε. Οι αστοί όχι μόνο δεν αντέδρασαν, αλλά αποδείχτηκε πως αφού συγκέντρωναν ικανό χρηματικό ποσό, αγόραζαν γη – την οποία όμως εκμεταλλεύονταν καπιταλιστικά – και τίτλους ευγενείας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έπαψαν να είναι αστοί. Ακόμη και σήμερα υφίσταται η Βουλή των Λόρδων, η οποία είναι ανώτερη της Βουλής των Κοινοτήτων. Και όμως, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η Μεγάλη Βρετανία είναι φεουδαρχική χώρα, επειδή έχει μορφές πολιτικής εξουσίας που δεν συνάδουν με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Άλλωστε, η ιστορία δείχνει πως η μετάβαση από το ένα εκμεταλλευτικό σύστημα στο άλλο έγινε πάντα με όρους οικονομικής επανάστασης, ποτέ όμως πολιτικής. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία για πάνω από 600 χρόνια ήταν μία φεουδαρχική κοινωνία, κι όμως τηρούσε τον θεσμό του Ρωμαίου Αυτοκράτορα αλλά και το Ρωμαϊκό Δίκαιο κ.ά., θεσμοί που εμφανίστηκαν στην δουλοκτητική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν μέχρι το 1453 ήταν η «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία».
Εκτός όμως από το πολιτικό πεδίο, το πολιτικά επαναστατικό 1848 γνώρισε την ήττα και στο οικονομικό. Η δεκαετία 1840-1850 ήταν η αρχή μιας ξέφρενης – με τα δεδομένα της εποχής – ανόδου της καπιταλιστικής παραγωγής που θα συνοδευτεί με όλα τα θετικά και αρνητικά που κάτι τέτοιο συνεπάγεται, άνοδος που θα διακοπεί από την πρώτη μεγάλη κρίση του οικονομικοκοινωνικού αυτού συστήματος στην δεκαετία του 1870. Είναι, λοιπόν, η εποχή που η πολιτική επανάσταση ηττάται από την βιομηχανική έκρηξη.
Εμφανίζονται και εξαπλώνονται μία μεγάλη σειρά τεχνολογικών επιτευγμάτων που θα αποδειχθούν εξαιρετικά σημαντικά για την κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη: ο σιδηρόδρομος, το τηλέφωνο, το φυσικό αέριο κ.ά., δηλαδή επιστήμη (ιδίως οι θετικοί κλάδοι) και κεφάλαιο προοδεύουν ταυτόχρονα και, συνήθως, αλληλοτροφοδοτούμενα. Ιδιαίτερα σημαντικός για τον καπιταλισμό ήταν ο σιδηρόδρομος, καθώς η εξάπλωση του δικτύου όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο συνέβαλε τα μέγιστα στην δημιουργία του «παγκόσμιου εμπορικού χωριού». Στις παλιές, εθνικές αγορές, κορεσμένες ίσως σε αγοραστική δύναμη, προστέθηκαν νέες, με ή χωρίς τη στρατιωτική συνδρομή, ενισχύοντας έτσι τις εξαγωγές και αυξάνοντας τα κέρδη όσων άντεχαν σε αυτόν τον ανταγωνισμό.
Η νέα αυτή πραγματικότητα δημιούργησε νέα πρότυπα για την κοινωνία. Τα πάντα μπορούν να γίνουν αντικείμενα αγοραπωλησίας, ακόμα και –πάνω από όλα – η εργασία και η μεν αγορά των προϊόντων έπρεπε να είναι όσο το δυνατό φθηνότερη, η δε πώληση τουναντίον. Η κοινωνία μπορούσε πια να στηριχθεί σε μία γερή αστική τάξη και να περιμένει την ευημερία σε κάθε τομέα της ζωής και σε όλον τον κόσμο, καθώς και τη δίκαιη κατανομή του πλούτου. Οι αλλαγές στη ζωή των ανθρώπων ήταν μεγάλες και με το πέρασμα του χρόνου θα γίνονταν ακόμη πιο έντονες. Η οικονομική ανάπτυξη έφερε αντίστοιχη άνοδο της απασχόλησης τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Αμερική. Οι φτωχοί Ευρωπαίοι ανακάλυψαν τη δυνατότητα της μετανάστευσης είτε σε άλλες, πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά, περιοχές της Ευρώπης είτε στην Αμερική, οι δε κατακτημένοι λαοί, μετά την απέλπιδα προσπάθειά τους να αποφύγουν τον ζυγό της ξενικής κατάκτησης, αναγκάστηκαν να εξοικειωθούν με τα όπλα της Δύσης και να κατανοήσουν την «πρόοδο», ώστε αργότερα να την στρέψουν κατά των κατακτητών. Από την οικονομική ανάπτυξη κερδισμένα εξήλθαν και τα μοναρχικά καθεστώτα που θα ενισχύσουν την θέση τους, ενώ το 1848 φαίνονταν να περνούν οριστικά στην ιστορία.
Οι ηττημένοι της επανάστασης είδαν πως έπρεπε να μεταχειριστούν άλλα μέσα για την επίτευξη των σκοπών τους, ή τουλάχιστον για την ικανοποίηση ενός μέρους τους. Έτσι, στράφηκαν στον κοινοβουλευτισμό και εξ αρχής έθεσαν το ζήτημα της καθολικής ψήφου. Ενώ το αίτημα αυτό προκαλούσε φρίκη στην αστική τάξη μέχρι το 1848-9 και ήταν συνώνυμο της επανάστασης, μετά την ήττα των ριζοσπαστών και μέσα στο κλίμα αισιοδοξίας που οφειλόταν στις νέες οικονομικές, αλλά και πολιτικές, συνθήκες ακουγόταν ως ενοχλητικό μεν, μάλλον ανώδυνο δε. Αυτή την περίοδο η ραγδαία ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας προσέφερε στους πολιτικούς εκπροσώπους της εναλλακτικές πολιτικές διεξόδους, τουλάχιστον στις ανεπτυγμένες χώρες. Συνεπώς, φαινόταν όλο και πιο πολύ εφικτή και η πολιτική «ισότητα» των πολιτών, με τη διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου προς πλατύτερα λαϊκά στρώματα, εφόσον φυσικά τα συμφέροντα των αστών δεν απειλούνταν. Μάλιστα, έβλεπαν στο δικαίωμα αυτό και κάποια πολύ θετικά σημεία: η άνοδος του Βοναπάρτη στον γαλλικό θρόνο απεδείκνυε ότι η χειραγώγηση της λαϊκής ψήφου έδινε μεγαλύτερο κύρος στην κρατική εξουσία, καθιστώντας την πιο δυνατή. Μόνο μετά την Παρισινή Κομμούνα το γενικευμένο δικαίωμα ψήφου θα απασχολήσει πάλι την άρχουσα τάξη.
Όπως και να έχει, τα νέα δεδομένα έδιναν εξαιρετικά αισιόδοξα μηνύματα για το μέλλον της ανθρωπότητας με τη βοήθεια του καπιταλισμού. Λίγοι ήταν αυτοί που προέβλεπαν τα αδιέξοδα που εκ γενετής ο ίδιος έφερε. Η πρώτη μεγάλη κρίση του συστήματος ήρθε στην δεκαετία του 1870, όπως προείπαμε, μερικά χρόνια πριν την ίδρυση της Β΄ Διεθνούς, της Σοσιαλιστικής, που διαδέχτηκε την Α΄ μετά τον θάνατό της στα 1872, λίγο μετά την έκρηξη της Παρισινής Κομμούνας την οποία στήριξαν οι επαναστάτες της Α΄ Διεθνούς (αν και ο Μαρξ όχι τόσο φανατικά). Η κρίση αυτή δεν αφορούσε την παραγωγή – η οποία αντιθέτως αύξανε με ραγδαίους και εντυπωσιακούς για την εποχή ρυθμούς – αλλά κυρίως τις τιμές των προϊόντων που έπεφταν ολοένα, οδηγώντας έτσι σε αντίστοιχη πτώση το ποσοστό κέρδους των κεφαλαιούχων. Ο ανταγωνισμός, μάλιστα, χτύπησε πρωτίστως την γεωργία, με αποτέλεσμα οι χώρες που ήταν βασικά, έως ολοκληρωτικά, γεωργικές να υποστούν μεγάλες ζημίες, με κοινωνικό επίσης αντίκτυπο. Οι αγροτικές εξεγέρσεις πλήθυναν από τη στιγμή της εμφάνισης της κρίσεως (και η Ελλάδα είχε τη συμβολή της στο αγροτικό αγωνιστικό καλαντάρι). Στις περιπτώσεις εκείνες που δεν βλέπουμε αγροτικά κινήματα, αυτό πρέπει να το αποδώσουμε στα άλλα δύο είδη αντίδρασης του αγροτόκοσμου στην κρίση: στη μετανάστευση και στη δημιουργία των συνεταιρισμών.
Οι καπιταλιστές έβλεπαν την συνεχώς αυξανόμενη παραγωγή να μην μπορεί, εντούτοις, να καλύψει τις ζημίες, την ίδια στιγμή που οι νέες αγορές των αποικιών αναπτύσσονταν σχετικώς αργά. Οι μικρότερες επιχειρήσεις έσβησαν και τη θέση τους έπαιρναν οι ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες διοικούνταν όλο και περισσότερο με όρους management, ιδιαίτερα από το 1914 και έπειτα. Σιγά –σιγά θα εμφανιστούν και τα πρώτα τραστ.
Σε αυτό το σκηνικό κλήθηκε να παρέμβει το κράτος, για να μπει η έννοια του προστατευτισμού στην ημερήσια διάταξη και στο οικονομικό – πολιτικό λεξιλόγιο, με στόχο την υπεράσπιση του εθνικού κεφαλαίου. Μόνον η Μεγάλη Βρετανία δεν τον εφάρμοσε, αφού είχε μεγάλη εξαγωγική δραστηριότητα, κάτι που επέτρεπε στους παραγωγούς των υπανάπτυκτων κυρίως χωρών (εντός και εκτός Ευρώπης) να ανταλλάσσουν προϊόντα τους με βρετανικά, ενισχύοντας όμως τοιουτοτρόπως τους δεσμούς εξάρτησης με την μεγάλη αυτή δύναμη. Ο προστατευτισμός, πάντως, έδειξε ότι η μία εθνική οικονομία φοβόταν την άλλη. Η είσοδος του καπιταλισμού στο μονοπωλιακό στάδιο, τον ιμπεριαλισμό, ήταν πραγματικότητα. Ήδη από το 1870 κάποιοι ευρωπαίοι διανοούμενοι προβληματίζονταν πάνω στο ενδεχόμενο ενός μεγάλου ευρωπαϊκού πολέμου. Η ανησυχία αυτή θα απλωθεί ευρύτερα ως το 1914, με τους σοσιαλιστές, ιδίως τους μαρξιστές, να θεωρούν σχεδόν αναπόφευκτο – αλλά και ευκταίο – έναν τέτοιο πόλεμο, με τους αστούς πολιτικούς όμως να είναι λιγότερο βέβαιοι. Και αυτό γιατί ναι μεν το αστικό πολιτικό καθεστώς φοβόταν πως το μέλλον θα έφερνα μία προλεταριακή επανάσταση, τον χειρότερό του εφιάλτη που ένας παγκόσμιος ή ευρωπαϊκός πόλεμος μάλλον θα έκανε πραγματικότητα, αλλά ακόμη και λίγο πριν – ίσως ώρες πριν – ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πίστευαν πως θα τον απέφευγαν με τη διπλωματία, η οποία είχε βοηθήσει να ξεπεραστούν πολύ σημαντικότερες διεθνείς κρίσεις από αυτή της δολοφονίας του Αυστριακού πρίγκηπα το 1914 στο Σεράγεβο.
Το τέλος αυτού του «κύκλου κρίσεως» του καπιταλισμού, όρος που θα εμφανιστεί αυτή την εποχή, απαντά στα μέσα της δεκαετίας του 1890. Ακολούθησε μία νέα περίοδος οικονομικής, κοινωνικής, τεχνολογικής και πολιτιστικής έκρηξης, μία περίοδος ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατισμού που έφερε σε δύσκολη θέση το σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο πίστεψε στη γρήγορη νίκη του προλεταριάτου, ιδίως αφού ενέσκηψε η οικονομική κρίση. Η απογοήτευση οδήγησε σε ρεφορμιστικές οδούς αρκετούς παλαιούς μαρξιστές, με αποτέλεσμα την παρακμή της επαναστατικής πρωτοπορίας στη δυτική Ευρώπη, παρά την ίδρυση της Β΄ Διεθνούς το 1889.
Αυτή η φάση οικονομικής ανάπτυξης συνοδεύτηκε από την εμφάνιση δύο νέων οικονομικών δυνάμεων, των ΗΠΑ και της ενωμένης υπό τον Βίσμαρκ Γερμανίας. Οι ρυθμοί μάλιστα ανάπτυξης της δεύτερης ήταν εκπληκτικοί, η δε βιομηχανία της γρήγορα έγινε η ισχυρότερη. Αν αυτό το συνδυάσουμε με την ταυτόχρονη πτώση της Μεγάλης Βρετανίας, μπορούμε να δούμε έναν από τους λόγους που έφεραν και τους δύο σε αντίπαλα στρατόπεδα κατά τον πόλεμο. Πάντως, η ραγδαία εκβιομηχάνιση της Ευρώπης δημιούργησε νέες στρατιές βιομηχανικών εργατών, οι οποίοι ενισχύθηκαν από την φθίνουσα βιοτεχνία – η οποία δεν άντεχε τον ανταγωνισμό από τις μεγάλες μονάδες παραγωγής – και την αγροτιά που δέχθηκε βαρύ πλήγμα στη διάρκεια της κρίσης. Πρόκειται για την εμφάνιση του φαινομένου της αστυφιλίας.
Ενώ όμως τα σημάδια της ευμάρειας ήταν ορατά, έκρυβαν πίσω τους την μεγάλη κρίση. Ο φιλελευθερισμός γέννησε ένα παιδί, τον ιμπεριαλισμό, που θα ήθελε να είναι νόθο, αλλά βρισκόταν ήδη στο σπέρμα του από την εμφάνισή του. Τα εθνικά κράτη άρχιζαν όλο και περισσότερο να στέκονται εχθρικά το ένα έναντι του άλλου, κυρίως τα οικονομικώς και στρατιωτικώς ισχυρά. Άλλωστε, ήδη από το 1880 είχαν ξεκινήσει να επενδύουν μεγάλα ποσά σε στρατιωτικό εξοπλισμό. Από αυτή την περίοδο βλέπουμε σημαντικές βελτιώσεις των οπλικών συστημάτων ξηράς και θάλασσας. Τα ποσά για την αγορά αυτών των συστημάτων απαιτούσαν την περαιτέρω φορολόγηση των πολιτών, δίνοντας νέες αφορμές για κοινωνικές αναταραχές. Τέλος, οι μεγάλες μονάδες παραγωγής όπλων άρχισαν να απασχολούν όλο και μεγαλύτερο αριθμό εργατών. Τώρα, όμως, τα μεροκάματα μειώνονται και η φτώχεια εξαπλώνεται, κάτι που στην πλειοψηφία του κόσμου δεν ήταν άμεσα ορατό, αφού τα μεσοαστικά και ορισμένα από τα μικροαστικά στρώματα που είχαν αποταμιεύσει χρήματα από την περίοδο της κρίσης, μπορούσαν να ανεβάσουν το επίπεδο ζωής τους αγοράζοντας καταναλωτικά αγαθά, καλλωπίζοντας το σπίτι τους ή παρακολουθώντας κινηματογράφο, ένα από τα αρκετά επιτεύγματα της φάσης που ακολούθησε την κρίση. Την ίδια εποχή, μέλη της μεγάλης και μεγαλομεσαίας αστικής τάξης που αποζούσαν από τα κέρδη των εταιριών των γονέων συνήθως – ακόμα και ο γονέας, που απολάμβανε τα κέρδη από τα μερίσματά του σε μία εταιρία – έδωσαν με τον τρόπο ζωής τους την αφορμή για την εμφάνιση του όρου της «αργόσχολης τάξης», η οποία το μόνο που ήξερε να κάνει (και το έκανε καλά) ήταν να διασκεδάζει.
Αναφερθήκαμε ήδη στον ιμπεριαλισμό. Ο όρος καθιερώθηκε στην δεκαετία του 1890, ταυτόχρονα δηλαδή με την οικονομική άνοδο και την κατάκτηση νέων αποικιών από τις μεγάλες δυνάμεις. Παρότι θα περάσουν πάνω από 20 χρόνια ως τη στιγμή που ο Λένιν θα έδινε μία πλήρως εμπεριστατωμένη περιγραφή και ανάλυση αυτής της φάσης του καπιταλισμού, εντούτοις ήδη στην δεκαετία που αναφερόμαστε ήταν φανερά τα αίτια της δημιουργίας του: η πτώση του κόστους παραγωγής με φθηνή εργατική δύναμη από τις αποικίες, σε πολλές από τις οποίες δημιουργούνταν μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και αναζήτηση νέων αγορών με την παράλληλη διατήρηση των παλαιών. Με λίγα λόγια, ήταν αναγκαία για το κεφάλαιο είτε η κατάκτηση μιας περιοχής ή χώρας ολόκληρης είτε η οικονομική της εξάρτηση. Για αυτόν τον λόγο ήταν αναγκαία η πλήρης σύμπλευση πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Παρά το ότι η δεύτερη ήταν αυτή που καθόριζε την πρώτη, όμως δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο η πολιτική εξουσία να θεωρεί εαυτή υπερταξική και προασπιστή του κοινού συμφέροντος, μία ουτοπία που επιβιώνει και στις ημέρες μας. Στην αυγή του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού, πάντως, πολιτική και οικονομική εξουσία συνεργάζονται όλο και πιο στενά, με αποτέλεσμα τα «εθνικά» συμφέροντα να συμπέσουν με αυτά της εθνικής αστικής τάξης εκάστης χώρας. Δηλαδή οι πολιτικές, διπλωματικές διαφωνίες μεταξύ των χωρών συνάδουν με τον ανταγωνισμό των «εθνικών» καπιταλιστών, οδηγώντας ολοταχώς στον πόλεμο.
Εκτός από το εξωτερικό μέτωπο, τόσο η πολιτική εξουσία όσο και η αστική τάξη είχαν να αντιμετωπίσουν τα εσωτερικά κοινωνικά προβλήματα.
Μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας έμπαινε σε όλη την ήπειρο το θέμα του εκδημοκρατισμού, που αφορούσε πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, στην επέκταση του δικαιώματος ψήφου. Πραγματικά, η πίεση των συνθηκών οδήγησε στη χορήγηση του δικαιώματος αυτού σε ακτήμονες, αμόρφωτους και άλλες κατηγορίες πολιτών που δεν είχαν πριν το δικαίωμα αυτό, με αποτέλεσμα όλο και μεγαλύτερες μάζες να προσέρχονται στις κάλπες. Στην άρχουσα τάξη και στις πολιτικές εξουσίες υπήρχε βέβαια πάντα ο φόβος του κινδύνου που ενείχε αυτή η λαϊκή κατάκτηση (δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν ότι η γενικευμένη ψήφος ήταν το σκαλοπάτι προς τον κομμουνισμό), είδαμε όμως νωρίτερα πως περιόρισαν αυτόν τον κίνδυνο αφενός στηριζόμενοι στη νέα δυναμική και αισιόδοξη προοπτική του καπιταλισμού και του «ορθού λόγου», αφετέρου αναγνωρίζοντας τις δυνατότητες χειραγώγησης της λαϊκής ψήφου με ποικίλους τρόπους. Άλλωστε, η βιομηχανική ανάπτυξη με την όλο και διευρυνόμενη κοινωνικοποίηση της εργασίας απαιτούσε ως αντιστάθμισμα την διεύρυνση των πολιτικών δικαιαμάτων1, καθώς ο ανταγωνισμός προϋποθέτει και μία, ισχνή έστω, συναίνεση. Πάντως, ωσότου ξεπεραστούν αυτές οι φοβίες, τα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα που βρίσκονταν σε άνοδο μετά την Κομμούνα, βρέθηκαν αντιμέτωπα με την κρατική βία και τις απαγορεύσεις λειτουργίας τους, χωρίς όμως να πτοηθούν. Μάλιστα, όταν οι κυβερνήσεις κατάλαβαν ότι η επανάσταση δεν ήταν στον άμεσο προγραμματισμός των κομμάτων αυτών, έκαναν αρκετές παραχωρήσεις στους εργάτες, την ίδια στιγμή που η εργοδοσία κρατούσε ακόμα σκληρή (και ομολογουμένως συνεπή ταξική) στάση απέναντί τους, στάση που στην πορεία θα αμβλύνει. Όπως και να είναι, το κράτος (με την έννοια της πολιτείας) υιοθέτησε φιλολαϊκά μέτρα όπως οι συντάξεις, η ασφάλιση κ.ά., κάμπτοντας έτσι την λαϊκή δυσαρέσκεια και αφαιρώντας ερείσματα από τους εναπομείναντες δυτικοευρωπαίους επαναστάτες, που έβλεπαν τον ρεφορμισμό να κερδίζει έδαφος και με κρατική υποστήριξη. Έτσι, ο φιλελευθερισμός χάνει έδαφος και στο εσωτερικό των ηγετικών κρατών, αφήνοντας χώρο στον παρεμβατισμό στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των πολιτών. Καλού κακού, βέβαια, τα αστικά κόμματα έβρισκαν τρόπους να εμποδίζουν την δημιουργία αριστερών κομμάτων ή, όποτε αυτό δεν είχε αποτέλεσμα, εργαζόντουσαν ώστε να τα καταστήσουν πολιτική ουρά τους. Ακόμη και τα ισχυρότερα σοσιαλιστικά κόμματα, άλλωστε, δεν διαπνέονταν από επαναστατική ιδεολογία, ούτε είχαν αντίστοιχη οργανωτική δομή, αφού όλα ήταν προσωποπαγή, αν και κόμματα αρχών. Μόνο στα 1912 θα εμφανιστεί το Κόμμα Νέου Τύπου του ρωσικού προλεταριάτου, τη δομή του οποίου θα υιοθετήσουν τα δυτικά επαναστατικά κόμματα μετά το τέλος του πολέμου και θα ονομαστούν κομμουνιστικά.
Ήταν, λοιπόν, μια εποχή στην οποία η πολιτική συντήρηση δεν φαινόταν να έχει ισχυρή θέση. Παρά τα σύννεφα που όλο και περισσότεροι διέκριναν στον ορίζοντα, η οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε την μεγάλη κρίση έδινε έναν τόνο μεγάλης αισιοδοξίας για το μέλλον και, όπως είπαμε, την επικράτηση του ορθού λόγου, για την επικράτηση των αρχών της πολιτικής αστικής επανάστασης που πίστευαν ότι τότε συνδυαζόταν με την βιομηχανική. Είχε εκλείψει ο λόγος για συστηματικά κατασταλτικά μέτρα στο εσωτερικό των ισχυρών, τουλάχιστον, βιομηχανικών χωρών. Άλλωστε, υπήρχαν κυβερνήσεις με συμμετοχή και σοσιαλιστικών κομμάτων, λίγο δε πριν, ή και μετά, την έκρηξη του πολέμου σε κάποιες χώρες κυβερνούσαν αυτοδύναμα σοσιαλιστικά κόμματα (π.χ. Φινλανδία), χωρίς να διασαλευτεί καθόλου η «τάξη». Ένα ακόμα στοιχείο που δείχνει το προοδευτικό πολιτικό πνεύμα της εποχής, είναι η δυναμική εμφάνιση της γυναίκας στα κοινωνικά πράγματα. Κατ’ αρχήν γίνονται περισσότερες γυναίκες δεκτές σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ακόμα και στην πανεπιστημιακή (κάτι που θα δούμε και στην Ελλάδα), έστω και υπό το καχύποπτο και φοβισμένο βλέμμα των ανδρών. Επιπλέον, ενώ ως τότε βλέπαμε ως εργαζόμενη τη γυναίκα της εργατικής τάξης μόνο, εμφανίζονται και γυναίκες των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων να παίρνουν θέσεις στο δημόσιο, σε κλάδους που απασχολείτο ανδρικός πληθυσμός, δημιουργώντας έτσι πρόβλημα σε έναν αριθμό αρρένων που εποφθαλμιούσαν τις θέσεις αυτές και επισύροντας αντίστοιχα πικρόχολα σχόλια. Παρά ταύτα, η κοινωνική της θέση ανήλθε και το αίτημα παραχώρησης και σε αυτή του δικαιώματος της ψήφου ακουγόταν πιο έντονα από ποτέ. Σε αυτό συνέβαλε και η ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος στις δύο εκδοχές του. Η πρώτη εκδοχή είναι αυτή των ομίλων των «κυριών», αποτελουμένων από γυναίκες των μεσαίων και, κυρίως, των ανωτέρων στρωμάτων, αναλισκόμενες όμως κατά κύριο λόγο στη φιλολογική επιμόρφωση. Η δεύτερη εκδοχή ήταν η σοσιαλιστική που πρέσβευε την κοινωνική απελευθέρωση των γυναικών, κάτι για το οποίο οι σοσιαλιστές θεωρούσαν ως απαραίτητη προϋπόθεση τον απεγκλωβισμό τους από το σπίτι. Στο πλαίσιο αυτό, γίνονταν δεκτές στα κόμματα αυτά, αν και εκεί αντιμετώπιζαν την αδιαφορία ή και δυσπιστία ακόμη των ανδρών συντρόφων τους. Δεν είναι τυχαίο, πάντως, ότι εκείνη την εποχή εμφανίστηκε μία από τις γενναιότερες μορφές του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, όπως δεν ήταν τυχαίο ότι προερχόταν από τον ισχυρότερο θύλακα του μαρξισμού, την Ρωσία.
Και όμως, παρά τις αισιόδοξες προοπτικές, παρά τον δημοκρατικό αέρα της εποχής, οι εργατικές κινητοποιήσεις αυξάνουν και θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο στις ευρωπαϊκές χώρες όσο πλησιάζει ο πόλεμος, χωρίς όμως να απειλήσουν σε καμία περίπτωση τον καπιταλισμό. Τι συνέβαινε στο εργατικό κίνημα;
Είδαμε πως η κατάκτηση δημοκρατικών δικαιωμάτων συνέβαλε στην ενίσχυση των υπαρχόντων σοσιαλιστικών κομμάτων ή και στη δημιουργία νέων. Μάλιστα η όλο και ευρυνόμενη γενίκευση του δικαιώματος ψήφου τα έφερε στην ευχάριστη θέση της απόκτησης μεγάλης εκλογικής ισχύος. Οι ηγέτες τους δε – και μέσω αυτών και οι οπαδοί των κομμάτων τους – πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να καταλάβουν την εξουσία με τις εκλογές, πεποίθηση που ενισχύθηκε μετά το ξεπέρασμα της κρίσης. Αυτό το επιβεβαίωσε σχεδόν η Β΄ Διεθνής, από την οποία εξοβελίστηκαν οι αναρχικοί αλλά και ο μαρξισμός δεν είχε την αναμενόμενη ή προσδοκώμενη απήχηση, σε αντίθεση με τις αναθεωρητικές ιδέες.
Ο σοσιαλισμός, πάντως, σε όλες τις εκδοχές του πέτυχε μία σημαντική νίκη, καθώς ενοποίησε τους εργάτες σε μία τάξη, κάτι που δεν ήτανε εύκολο. Υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στα επαγγέλματα των εργατών ανάλογα με τη θέση του στην παραγωγική διαδικασία. Η πλέον χαρακτηριστική διαφορά ήταν ανάμεσα στον ειδικευμένο και στον ανειδίκευτο εργάτη. Πέραν της μισθολογικής τους απόστασης, υπήρχε και η αντίστοιχη διαφορά στην κοινωνία. Άλλωστε, ο υψηλότερα μισθολογικώς εργάτης μπορούσε να ελπίζει ότι κάποτε θα γινόταν δεκτός στην «καλή κοινωνία», σε κάποιο στρώμα αστικό. Αυτό τελικά εκμεταλλεύτηκε η εργοδοσία και η πολιτική εξουσία για να δημιουργήσει μία «εργατική αριστοκρατία» - αρωγό στο έργο τους. Όμως, η μεγάλη πλειοψηφία δεν θα είχε αυτή την τύχη, ιδίως αφού τα μεροκάματα έπαιρναν την κατιούσα.
Πέραν των οικονομικών – κοινωνικών διαφορών ανάμεσα στους Ευρωπαίους εργάτες, υπήρχε το δυσεπίλυτο πρόβλημα των εθνικών και θρησκευτικών διαφορών τους, κάτι που σκιαγραφείται πολύ έντονα στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες, π.χ. στην Αυστροουγγαρία ή την Ρωσία, αλλά και στην Αγγλία ακόμα, όπου η συνεννόηση προτεσταντών και καθολικών (δηλαδή Ιρλανδών) εργατών ήταν δύσκολη.
Κάτω από αυτές τις αντιξοότητες ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός βρήκε τον τρόπο να εμβάλει ταξική συνείδηση στους εργάτες, βασιζόμενος κυρίως στην οξύτητα και την κοινότητα των προβλημάτων τους. Όμως, οι προαναφερθείσες διαφορές ενώ τέθηκαν κατά μέρος ενισχύοντας τη συνδικαλιστική δράση, αποδείχθηκαν πολύ σθεναρές όταν κλήθηκαν να παραμεριστούν προς όφελος της πολιτικής έκφρασης, της ψήφου. Οι σοσιαλιστές χρειάστηκε να καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες μέχρι να επιτύχουν κάτι τέτοιο. Σε αυτόν τον αγώνα βοήθησε το γεγονός ότι πρωτοστάτησαν στο κίνημα για τον εκδημοκρατισμό, όπου κυρίαρχο ήταν το αίτημα της γενικής ψήφου, δικαίωμα που τα σοσιαλιστικά κόμματα ζήτησαν να δοθεί και στους μη έχοντες περιουσιακά στοιχεία, συσπειρώνοντάς τους έτσι γύρω από αυτούς και δίνοντάς τους ένα ισχυρό ενωτικό σύνθημα. Εκτός όμως αυτού, οι εκλογές απαιτούσαν εθνική πολιτική δράση, κάτι που συνεπαγόταν το χτύπημα των συντεχνιακών και τοπικιστικών αντιλήψεων, ώστε τελικά στόχος να είναι η πολιτική της εθνικής κυβερνήσεως, οι νόμοι της. Αυτό σήμαινε πως οι προλετάριοι έπρεπε ενωμένοι να ασκήσουν εθνική πίεση για να κερδίσουν παραχωρήσεις. Τελικά, οι σοσιαλιστές πρώτοι αυτοί από όλες τις πολιτικές δυνάμεις (αλλά και οι αναρχικοί, όπου αυτοί δρούσαν) πλησίασαν την εργατική τάξη και τους εργάτες γης και τους κάλεσαν στην πολιτική μάχη. Αυτό σε συνδυασμό με τη διεύρυνση του χάσματος πλουσίων και φτωχών, τις συνθήκες δουλειάς και τον αυταρχισμό της εργοδοσίας συνέβαλε στην αργή αλλά σταθερή μεταβολή τους σε οπαδούς των σοσιαλιστικών κομμάτων, όπου αυτά υπήρχαν. Τελικώς, οι «εργατικές τάξεις» θα γίνουν μία. Παράλληλα, οι συνδικαλιστικοί αγώνες οργανώνονται όλο και περισσότερο και γίνονται πιο αποτελεσματικοί, με τα συνδικάτα να κερδίζουν έδαφος έναντι των συντεχνιών. Η καθιέρωση δε της γενικής απεργίας της Πρωτομαγιάς, ύστερα από πρόταση των αμερικανών εργατών που υιοθετήθηκε από την Β΄ Διεθνή, αποτελεί την επιβεβαίωση της ενότητας της εργατιάς.
Τα σοσιαλιστικά κόμματα, φορείς της αντίληψης όπως είδαμε ότι μπορούν να πάρουν την εξουσία μέσω των εκλογών και δεδομένου ότι ο αριθμός των εργατών δεν αρκούσε για την επίτευξη αυτού του στόχου, στράφηκαν και προς την αγροτιά αλλά και προς τα μικροαστικά στρώματα και τη διανόηση, προσδοκώντας εκλογική ενίσχυση. Και είναι γεγονός ότι κατά περιόδους οι αγρότες τους ενίσχυαν, οι δυσκολίες όμως ήταν μεγαλύτερες με τους μικροαστούς. Σε αυτό συνέβαλε και η ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα, στον οποίον απασχολούνταν μεσο/μικροαστοί, εκ των οποίων κυρίως οι δεύτεροι – παρότι μισθοδοτούνταν ελάχιστα περισσότερο από τους εργάτες, ίσως δε λιγότερο από τους ειδικευμένους – θεωρούσαν ότι η θέση τους σε διοικητικά πόστα ή η ενασχόλησή τους με «ευγενέστερα» επαγγέλματα τους διαχώριζε από το προλεταριάτο και ότι τους έδινε τις (ψευδείς συνήθως) δυνατότητες της κοινωνικής ανέλιξης. Πάντως, το ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα απευθύνθηκαν και σε αυτά τα στρώματα, δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη και λόγω του ότι το σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής εμφανιζόταν σαν η ιστορική συνέχεια της ιακωβίνικης αριστεράς, η οποία είχε μεγάλα ερείσματα στη λαϊκή βάση, με τη στενή έννοιά της. Άλλωστε, το αίτημα των σοσιαλιστών για ψήφο και στους μη κατέχοντες περιουσία συγκινούσε.
Σε γενικές γραμμές μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η συλλογική δράση των εργατών έφερνε κάποια χειροπιαστά αποτελέσματα, αρκετά ίσως, βελτιώνοντας τη ζωή τους. Όμως δεν επρόκειτο για επαναστατική δράση. Αφενός, το οικονομικό – κοινωνικό σύστημα είχε αρκετά μεγάλα περιθώρια ελιγμών, αφετέρου τα σοσιαλιστικά προγράμματα τυπικά αναφέρονταν – και αυτό όχι πάντα – στην επανάσταση, στην πράξη όμως αυτή την άφηναν για το αόριστο μέλλον. Έτσι, όπου υπήρχαν εργατικά κινήματα, έστω ισχυρά, χωρίς την αντίστοιχη παρουσία ενός κόμματος, τα αιτήματά τους δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τον οικονομισμό. Και τα μεγάλα σοσιαλιστικά κόμματα, όμως, είχαν ρεβιζιονιστές στην πλειοψηφία τους ηγέτες, μη μαρξιστές, γενικά αριστερούς, μεταρρυθμιστές και συμμετείχαν, κάποια από αυτά, σε αστικές κυβερνήσεις (όπως το «Λαϊκόν Κόμμα» του Παπαναστασίου επανειλημμένως στήριξε τον Βενιζέλο). Ως αποτέλεσμα αυτών υπήρξαν διάφορες διασπάσεις στις οποίες συχνά πρωτοστάτησαν διανοούμενοι δημιουργώντας γκρούπες με ροπή προς τον αναρχοσυνδικαλισμό, οι οποίες μάλιστα καταδίκαζαν αναφανδόν τον Μαρξ, τον οποίον χρέωναν στα σοσιαλιστικά κόμματα που επίσης δεν τον ακολουθούσαν! Η αλήθεια είναι ότι ο μαρξισμός δεν ευδοκίμησε στη δυτική Ευρώπη. Οι κυριότεροι εκπρόσωποί του ήταν στην Αυστροουγγαρία και την Ρωσία, από τις οποίες ήλθαν στη δυτική Ευρώπη οι συνεπέστεροι επαναστάτες ηγέτες των εκεί κομμάτων, ο Πάρβους και η Λούξεμπουργκ από τη Ρωσία, ο Λήμπκνεχτ από την Αυστροουγγαρία. Τώρα, το επαναστατικό κέντρο μεταφερόταν στα ανατολικά της Ευρώπης όπως και στα Βαλκάνια, την Ιταλία και την Ισπανία, στις φτωχότερες δηλαδή περιοχές της ηπείρου, όπου όμως ο μαρξισμός είχε ριζώσει.
Παράλληλα με την προαναφερθείσα δράση των σοσιαλιστών, οι ίδιοι πάλι έδωσαν ιδιαίτερο βάρος την αυτοεκπαίδευση των εργατών. Ακόμη και αν δεν το έκαναν τα σοσιαλιστικά κόμματα αυτό, το έπρατταν τα εργατικά συνδικάτα ή και εκ παραλλήλου. Στο εκπαιδευτικό επίπεδο, εξάλλου, η μεγάλη μάζα των δασκάλων – και ήταν πολλοί, αφού η εκπαίδευση άνοιξε τις πόρτες της σε περισσότερα παιδιά – έβλεπαν την κρίση του σύγχρονού τους κόσμου, την οποία την απέδιδαν όχι στην επιστήμη, συνώνυμο της προόδου, αλλά στα προνόμια των αρχόντων και στις προκαταλήψεις. Με το τελευταίο έδιναν ένα χτύπημα στην εκκλησία, αν όχι στη θρησκεία. Πράγματι, τα τέλη του 19ου και οι αρχές του 20ου αιώνα χαρακτηρίζονται και από τον αντικληρικαλισμό, προς τον οποίο έκλιναν τόσο το προλεταριάτο όσο και η προοδευτική μερίδα της αστικής τάξης.
Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές επιστήμες και τη σχέση τους με τις φυσικές, ήταν διακριτή μία απόσταση που όλο και διευρυνόταν. Αυτό σε ένα βαθμό έχει να κάνει και με την ενασχόληση του Marx με τις κοινωνικές επιστήμες, στις οποίες υπήρχαν και πολλοί οπαδοί του, αντίθετα με τις φυσικές. Αυτό το φαινόμενο απαντούσε κυρίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη και στην Ιταλία. Όμως, ο πιο σημαντικός επιστημονικός κλάδος που αναπτύχθηκε κατά την περίοδο αυτή ήταν η κοινωνιολογία, επιστήμη με σαφή πολιτική χροιά. Η εμφάνισή της ήρθε να ενισχύσει τις θεωρίες του φιλελευθερισμού, οι οποίες δεν ήταν πια σε θέση να δώσουν απαντήσεις στο θέμα της κατανόησης της κοινωνίας. Δηλαδή δεν προσπαθούσε να φέρει επανάσταση ή να ωθήσει σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά να συγκρατήσει τις όποιες επαναστατικές διαθέσεις, αναζητώντας διεξόδους για το κεφαλαιοκρατικό σύστημα.
Αναφέρθηκε ήδη ότι το επαναστατικό κέντρο μεταφέρθηκε από την δυτική Ευρώπη σε άλλες περιοχές της ηπείρου, κυρίως στη Ρωσία. Αναφορικά με την αυτοκρατορία αυτή, η Ευρώπη προσδοκούσε μία επανάσταση, πιστεύοντας πως αυτή δεν μπορούσε να είναι παρά αστική, θεωρώντας το τσαρικό καθεστώς αναχρονιστικό, όπως και ήταν. Οι αγροτικοί πληθυσμοί της αυτοκρατορίας βίωναν μία διαρκώς αυξανόμενη εξαθλίωση, παρά τις όποιες μεταρρυθμιστικές ενέργειες του τσάρου που τελικώς δεν έφεραν αύξηση της παραγωγής. Η σημαντική αλλαγή, πάντως, ήλθε από το 1890 και έπειτα, με την ραγδαία ανάπτυξη της ρωσικής βιομηχανίας που έφερε μια αντίστοιχη μαζικοποίηση του προλεταριακού πληθυσμού με την προλεταριοποίηση αγροτών και μικροαστικών στρωμάτων. Αρκετά πριν, Ρώσοι διανοητές είχαν φέρει τον μαρξισμό στη χώρα τους και τον διέδωσαν ανάμεσα στους εργάτες που τον αποδέχθηκαν ενθουσιωδώς. Τα οικονομικά και εσωτερικά προβλήματα του κράτους μαζί με την ραγδαία αναδιανομή περιοχών του πλανήτη ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ώθησαν τον τσάρο στον πόλεμο με την Ιαπωνία. Η αναπάντεχη ήττα επέσπευσε την, ούτως ή άλλως διαφαινόμενη, επανάσταση που ξέσπασε στα 1905. Σε αυτήν, που είχε την ιδιομορφία να είναι αστική με την απουσία της αστικής τάξης, η οποία ήταν αδύναμη και απρόθυμη να αναλάβει την εξουσία, συμμετείχαν οι φοιτητές. Μετά την αποτυχία της, ανακουφισμένος ο τσάρος έκανε ορισμένες παραχωρήσεις προς τον λαό, δευτερεύουσας όμως σημασίας. Άρχισε πλέον να γίνεται καθαρό πως η αστική επανάσταση στη Ρωσία θα γινόταν χωρίς τους αστούς. Από την περιπέτεια αυτή, πάντως, το ρωσικό προλεταριάτο θα αποκτήσει ένα όπλο που θα αποδειχθεί πολύ δυνατό: τις λαϊκές επιτροπές, τα σοβιέτ. Περί το 1912 θα ξεσπάσει ένα δεύτερο επαναστατικό κύμα, που προσωρινά μόνο θα υποχωρήσει με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πριν ακόμη λήξει ο πόλεμος αυτός, ο οποίος απελευθέρωσε τις κοινωνικές δυνάμεις της χώρας, η πείνα και ο θάνατος μαζί με την κούραση του πολέμου έφεραν την ρωσική εργατική τάξη υπό την καθοδήγηση του Λένιν μπροστά στη δημιουργία του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, αφού κατέλυσε μία βραχύβια και αναποτελεσματική αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, η οποία έγινε πάλι με τη δύναμη των εργατικών μαζών. Τέλος, δίχως να εξετάσουμε ακόμα τις επιπτώσεις της στο διεθνές πεδίο, αξίζει να αναφέρουμε ότι η επανάσταση του 1905 βοήθησε το νεοτουρκικό και το κινεζικό επαναστατικό κίνημα, ενώ παράλληλα επιτάχυνε τις δημοκρατικές αλλαγές στην Ευρώπη.
Ταυτόχρονα με την άνοδο του σοσιαλισμού σε όλη την ήπειρο, μία ιδεολογία που λίγο πριν συνδεόταν με την αριστερά αρχίζει να αλλάζει τον πολιτικό της χώρο, βρισκόμενη και αυτή σε άνοδο: ο εθνικισμός γίνεται πεδίο προβολής των θέσεων της άκρας δεξιάς και στρέφεται εναντίον των ξένων, των σοσιαλιστών αλλά και των φιλελευθέρων, χαρακτηρίζοντάς τους προδότες. Το φαινόμενο παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις στη Γαλλία, την Ιταλία και την Γερμανία. Παρόλα αυτά, η αριστερά δεν υπέστειλε παντελώς την σημαία του εθνικισμού. Το ζήτημα αυτό άλλωστε από νωρίς απασχόλησε και τον μαρξιστικό σοσιαλισμό, καθώς οι δεξιοί εθνικιστές απευθύνονταν και στους προλετάριους. Π.χ. σε μία χώρα με μεγάλα άλυτα εθνικά θέματα, όπως η αυτοκρατορία των Αψβούργων, απευθυνόταν στους Τσέχους εργάτες ως Τσέχους και όχι ως εργάτες. Στις ίδιες όμως περιοχές αλλά και σε άλλες με αντίστοιχα προβλήματα, όπως η Ρωσία, ο σοσιαλισμός συνέχισε να συνδέει το εθνικό με το κοινωνικό ζήτημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που έχει την προβολή του και στην εποχή μας είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας. Στην ακροδεξιά του, πάντως, εκδοχή ο εθνικισμός εξυπηρέτησε σε μεγάλο βαθμό τα σχέδια των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στην εξεταζόμενη χρονική περίοδο βρίσκονται άλλωστε και οι ρίζες του μεσοπολεμικού φασισμού2.
Η ακροδεξιά εθνικιστική θεώρηση καθόρισε ως συνδετικό αρμό του έθνους τη γλώσσα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εδώ είναι πως αυτός ο γλωσσικός εθνικισμός αναπτύχθηκε από διανοούμενους και όχι από τον λαό που μιλούσε τη γλώσσα ή διαλέκτους της ή κάποια άλλη γλώσσα. Ίσως είναι ο κύριος λόγος που ο εθνικισμός αυτός δεν ρίζωσε αμέσως στους αγρότες και τους (ακόμα λιγότερο ευάλωτους) προλετάριους – και όταν ρίζωσε σε αυτούς, δεν έφερε τα ποθούμενα για την ακροδεξιά αποτελέσματα – σε αντίθεση με τα μικροαστικά και μεσοαστικά κοινωνικά στρώματα. Ενώ όμως σε χώρες με αμιγή σχετικώς πληθυσμό μπορούσε όχι μόνο να επηρεάσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ή και να γίνει αποδεκτή από αυτά, αλλά ακόμη και να γίνει επίσημη ιδεολογία, στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες αυτός ο εθνικισμός έθετε δυναμίτιδα στα θεμέλιά τους. Εκεί δόθηκε ένας άλλος ορισμός του έθνους, σύμφωνα με τον οποίο η κάθε ομάδα θα αυτοπροσδιόριζε την εθνότητά της, κίνηση που για πολιτικούς λόγους κρίθηκε πρόσφορη σε εκείνες τις περιστάσεις. Στα «αμιγή» εθνικά κράτη, όμως, η έννοια του έθνους, όπως η ακροδεξιά την όριζε, γινόταν αποδεκτή από τα πολιτικά κόμματα και τις κυβερνήσεις, αποκρύπτοντας έτσι και τις κοινωνικές ανισότητες και αποτέλεσε το στοιχείο που έδενε τις σχέσεις κράτους και πολίτη. Έτσι χτύπησε την πίστη στην κοινωνική τάξη στην οποία ανήκε έκαστο μέλος της, με κύριο στόχο το εργατικό στοιχείο, εκμεταλλεύθηκε όμως και το αντικληρικό πνεύμα της εποχής ανεβάζοντας στην βαθμίδα της θρησκείας το έθνος. Ακόμη και ο τσάρος πλέον απευθυνόταν στους Ρώσους ως έθνος, πολύ δε περισσότερο οι ξενόφερτοι ηγεμόνες των περιφερειακών κρατών, οι οποίοι πάσχιζαν να πείσουν τους υπηκόους τους ότι και αυτοί ανήκαν στο έθνος τους. Και ενώ ο εθνικισμός στόχευε τον σοσιαλισμό και τη θρησκεία, δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί συνθήματά τους, κάτι που θα φανεί πιο έντονα αργότερα με τον εθνικοσοσιαλισμό και ο οποίος για αυτόν τον λόγο θα καταστεί αρκούντως και επικινδύνως δημοφιλής. Το μόνο θετικό στοιχείο σε όλην αυτή την εθνικιστική κίνηση είναι πως το κράτος, για να ενισχύσει τους εθνικούς δεσμούς με τη διάδοση της μίας και μόνης εθνικής γλώσσας, αναγκάστηκε να ανοίξει τις θύρες της δημόσιας βασικής εκπαίδευσης και με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο προσέφερε μόρφωση στα λαϊκά στρώματα, αλλά έδωσε την ευκαιρία σε ριζοσπάστες και σοσιαλιστές, κάποτε και μαρξιστές, δασκάλους να διαδώσουν τις ιδέες τους, καθιστώντας έτσι δυσκολότερη τη χειραγώγησή τους (των λαϊκών στρωμάτων) από το καθεστώς.
Η άνοδος του ακροδεξιού εθνικισμού σήμανε την ταυτόχρονη έξαρση της ξενοφοβίας, του ρατσισμού. Στις χώρες που υπήρχε μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα, οι μετανάστες αυτοί εισέρχονταν κατά κράτος στην εργατική τάξη, οπότε θεωρούνταν την ίδια στιγμή και εξωτερικοί (ξένοι) και εσωτερικοί (προλετάριοι) εχθροί της μεσαίας και ανώτερης τάξης. Αλλά και η εντόπια εργατική τάξη έβλεπε σε αυτούς όχι τόσο τον «ξένο», όσο το φθηνό εργατικό δυναμικό που μπορούσε να τους αποσπάσει την δουλειά. Σε μια πολυεθνική αυτοκρατορία, όπως η Ρωσία, ο ρατσισμός ωθούσε τους μη Ρώσους εργάτες στα σοσιαλιστικά κόμματα, εθνικά και μη, τους δε εβραίους στο Μπουντ. Η τάση αυτή αναπτύχθηκε και στις άλλες χώρες, στη Ρωσία, όμως, είχε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό πως το ρατσιστικό πρόβλημα ωθούσε εξίσου με το εθνικό τους εργάτες σε αυτά τα κόμματα, τα οποία ήδη είπαμε πως κρατούσαν ακόμη τη σημαία του γιακωβίνικου εθνικισμού.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1890 έκανε την εμφάνισή του ο σιωνισμός, δηλαδή ο εβραϊκός εθνικισμός, δημιούργημα της ανώτερης κοινωνικής τάξης του εβραϊκού στοιχείου. Η εβραϊκή αστική τάξη είχε καταφέρει να διατηρεί πολλά μέλη της σε ανώτερες και ανώτατες τραπεζιτικές θέσεις, προκαλώντας το φθόνο κυρίως των μικρεμπόρων, φθόνος που δηλητηρίαζε όλο και περισσότερα στρώματα, με αποτέλεσμα το εβραϊκό στοιχείο να ταυτιστεί με τον καπιταλισμό, με επίκουρο την αντίστοιχη ακροδεξιά προπαγάνδα, και να ξυπνήσουν από τη νάρκη τους μεσαιωνικές θεωρήσεις. Πάντως, τα σοσιαλιστικά κόμματα προσπάθησαν να συγκρατήσουν αυτή την τάση ώστε να μην μπορέσει να μπολιάσει την εργατική συνείδηση.
Για να προσεγγίσει και πείσει τις εργατικές μάζες, η ακροδεξιά εθνικιστική ρητορική εξήρε την «ανωτερότητα» της εθνικής εργατικής τάξης έναντι της ξένης. Αυτή η ρητορική επηρέασε ένα ποσοστό των εργατών και αγροτών αλλά και πολλούς από τους σοσιαλιστές ηγέτες, ιδίως όσο πλησίαζε το 1914. Ο Λένιν στην μπροσούρα του Η χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς αναφέρεται στην καταπάτηση της απόφασης της Βασιλείας από τους ηγέτες της Διεθνούς, λέγοντας ότι «η απόφαση της Βασιλείας δεν μιλάει για εθνικό, για λαϊκό πόλεμο - τέτοιοι πόλεμοι έγιναν στην Ευρώπη και είναι μάλιστα χαρακτηριστικοί για την εποχή του 1789-1871 – δεν μιλάει για επαναστατικό πόλεμο που οι σοσιαλδημοκράτες ποτές δεν τον απαρνήθηκαν, αλλά για τον σημερινό πόλεμο, που έχει σαν βάση τον «καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό» και τα «δυναστικά συμφέροντα», που έχει σαν βάση την «κατακτητική πολιτική» και των δύο ομάδων των εμπόλεμων δυνάμεων, και της αυστρογερμανικής και της αγγλο-γαλλο-ρωσικής. Ο Πλεχάνοφ, ο Κάουτσκι και Σία εξαπατούν απλούστατα τους εργάτες, όταν επαναλαμβάνουν το συμφεροντολογικό ψέμα της αστικής τάξης όλων των χωρών, που με όλες τις δυνάμεις της επιδιώκει να παρουσιάσει αυτό τον ιμπεριαλιστικό, τον αποικιακό, το ληστρικό πόλεμο σαν πόλεμο λαϊκό, αμυντικό (αδιάφορο για ποιόν) και όταν προσπαθούν να τον δικαιολογήσουν με διάφορα ιστορικά παραδείγματα παρμένα από μη ιμπεριαλιστικούς πολέμους»3. Οι προλετάριοι, όμως, οι εργάτες γης και τα χαμηλότερα αγροτικά στρώματα, παρότι θα προστρέξουν στο πλευρό των ταξικών εχθρών τους για προάσπιση του έθνους «τους», δεν θα το κάνουν με τον ίδιο ενθουσιασμό με τον οποίον θα το πράξουν τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα. Σε αυτά κυρίως ευδοκίμησε το επιχείρημα ότι αν «εμείς», το έθνος «μας» κερδίσει τον πόλεμο, τότε ένα καλύτερο αύριο θα ξημερώσει για τη Γη. Η πρόοδος ήταν το σύνθημα με το οποίο τα κράτη έσυραν τους λαούς στον πόλεμο. Τα μικροαστικά στρώματα των χωρών της Entant βρέθηκαν να υπερασπίζονται την «δημοκρατία» στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, των κεντρικών δυνάμεων την «τάξη» και τον «πολιτισμό». Άλλωστε, αυτά τα στρώματα πίστευαν πως, προασπιζόμενα το έθνος «τους», όταν ο πόλεμος θα τελείωνε θα τα αναγνώριζαν ως «τάξη» πλάι στην αστική, ή ότι τα μέλη τους θα τα δεχόταν ως μέλη της η κυρίαρχη κοινωνική τάξη. Πριν ακόμη λήξει ο πόλεμος, η ρωσική επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 θα ξυπνήσει από τις αυταπάτες των τους προλετάριους που είχαν παρασυρθεί από την ιμπεριαλιστική δημαγωγία, αλλά και κάποιους μικροαστούς. Θα καταλάβουν ότι αυτός ο πόλεμος δεν έγινε για την εξυπηρέτηση των στόχων τους, ότι το αίμα τους χύθηκε άδικα.
Πριν, όμως, ξεσπάσει ο πόλεμος, μία σειρά επαναστατικά κινήματα ή πολιτικές διεργασίες οδήγησαν σε διάλυση μεγάλων και αρχαίων αυτοκρατοριών, τα εδάφη των οποίων οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έσπευσαν να μοιραστούν.
Ο Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος του 1904-5 είχε σαν αποτέλεσμα να φανεί στον μέγιστο βαθμό η σήψη την κινεζικής αυτοκρατορίας, η ηγεσία της οποίας, διεφθαρμένη και ανίκανη να προβάλει την παραμικρή αντίσταση στους ξένους κατακτητές, δεν ήταν σε θέση να αντέξει την πίεση που ασκούσαν οι ριζοσπαστικές και εθνικιστικές δυνάμεις του τόπου που εμπνέονταν και από τα ιδανικά της ρωσικής επανάσταση του 1905. Η ουράνια αυτοκρατορία κατέρρευσε πριν τον μεγάλο πόλεμο του 1914, αλλά ο λαός της θα περίμενε αρκετά ακόμη, ως να κατακτήσει την ανεξαρτησία του. Κάτω από ανάλογες συνθήκες θα διαμελιστεί η περσική αυτοκρατορία, ενώ και το Μαρόκο θα χάσει την ανεξαρτησία του και η τύχη του πια θα οριζόταν από την Γαλλία, την Ισπανία και την Μεγάλη Βρετανία, πληρώνοντας με αυτόν τον τρόπο την στρατηγική και την οικονομική του σημασία. Η τελευταία, πάντως, άρχισε ήδη να γνωρίζει τα πρώτα ισχυρά κινήματα ανεξαρτητοποίηση στις αποικίες της.
Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα έχει το ζήτημα της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία είδε στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα εδάφη της να περιορίζονται στα μικρασιατικά παράλια και στην Ανατολία. Οι αντίπαλες συμμαχίες του πολέμου, μάλιστα, θεωρούσαν ως μεγάλης σημασίας τρόπαιο την κατάκτηση ή τον οικονομικό και πολιτικό έλεγχο της χώρας, χωρίς να σφάλουν σε αυτό. Εν τούτοις, ακόμα και στην παρακμή της η αυτοκρατορία αυτή είχε έναν αξιόμαχο στρατό και, κάτι σημαντικό για την περίοδο αυτή, έναν σχετικά ομοιογενή γλωσσικώς και θρησκευτικώς πληθυσμό, που θα αποτελέσει την μαγιά του τουρκικού κράτους.
Το κίνημα του κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος», πιο γνωστό ως κίνημα των Νεότουρκων, κατάλαβε ότι ερχόταν το τέλος της αυτοκρατορίας και στόχευσε στη δημιουργία ενός κοσμικού πολυεθνικού κράτους χωρίς εθνικές διακρίσεις και διαιρέσεις, στη βάση των αρχών του Διαφωτισμού. Και ενώ πήρε την εξουσία στα 1908, απέτυχε στον κοινωνικό του στόχο, συμβάλλοντας τελικά στην κατάρρευση της αυτοκρατορίας. Επιπλέον, διατηρώντας φιλικές σχέσεις με την Γερμανία, βρέθηκε στους ηττημένους του πολέμου. Ήδη πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ο επίγονος του νεοτουρκικού κινήματος στράφηκε στην δημιουργία ενός καθαρά τουρκικού κράτους, ξεκινώντας τις σφαγές των μη τουρκικών πληθυσμών με αποκορύφωμα την αρμενική γενοκτονία. Την ηγεσία αυτού του κινήματος και, αργότερα, της Τουρκίας ανέλαβαν η στρατιωτική ηγεσία και οι διανοούμενοι, καθώς έλειπε οποιοδήποτε επαναστατικό υποκείμενο από τη χώρα (δεν υπήρχε ούτε σοβαρή αστική τάξη ούτε προλεταριάτο).

Ο Λένιν στο έργο του Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού απέδειξε πως ο ιμπεριαλισμός γεννά ουσιαστικά αναπόφευκτα τον πόλεμο. Τα μεγάλα μονοπώλια συγκρούονταν πλέον σε διεθνές επίπεδο και σε αυτόν τον αγώνα ταχύτητας κατόρθωσαν να παρασύρουν τις εθνικές κυβερνήσεις τους, οι οποίες ακολούθησαν εκουσίως ή ακουσίως. Η διεθνής ρευστότητα σε όλα τα επίπεδα, τα εσωτερικά προβλήματα, οι μεγάλες και παράλληλες στρατιωτικές προετοιμασίες έκαναν φανερό πως ο πόλεμος πλησίαζε, ιδίως από τη στιγμή που η Βρετανία αποφάσισε ποιόν συνασπισμό δυνάμεων θα ενίσχυε. Αυτός ήταν η ρωσογαλλική συμμαχία, όταν κατάλαβε ότι καμία από τις δύο χώρες δεν την απειλούσε, αντίθετα από την Γερμανία. Η επιλογή του στρατοπέδου δεν έγινε με τις αρχές τις ηθικής, αλλά του συμφέροντος.
Οι κυβερνήσεις, πάντως, φαίνεται πως προσπαθούσαν να αποφύγουν με κάθε τρόπο τον πόλεμο. Η διπλωματία είχε κατορθώσει, όπως αναφέρθηκε, να λύσει πολύ σοβαρότερα προβλήματα από αυτό της δολοφονίας του αρχιδούκα της Αυστροουγγαρίας. Για να αποφύγουν, δε, τον ευρωπαϊκό πόλεμο, απέφυγαν την ανοιχτή ανάμιξή τους και στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους. Αυτό όμως που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ήταν πως κι η μικρότερη αφορμή θα άναβε το φυτίλι του πολέμου. Το φυτίλι το άναψε με το περίστροφό του ο Σέρβος φοιτητής Πρίντσιπ.
Οι εργατικές μάζες έτρεξαν αμέσως στη μάχη, ιδίως αφού τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν προέβαλαν την παραμικρή αντίσταση στο ξέσπασμα του πολέμου, συνθηκολογώντας με τον ταξικό εχθρό. Η πλειοψηφία τους όμως έτρεξε στη μάχη με την ελπίδα ότι αυτή θα έφερνε ριζικές κοινωνικές αλλαγές, χωρίς το αισθητήριό τους να σφάλει σε τελική ανάλυση, έστω και αν για την πλειοψηφία των μαζών αυτών δεν ήρθε το μέγιστο ποθητό αποτέλεσμα.
Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε μεγάλη ηττημένη την αστική τάξη, όχι τόσο γιατί αρκετά μέλη της ζημιώθηκαν από αυτόν (πάντως όχι όλα), όσο γιατί το τέλος του συνοδεύτηκε από ένα επαναστατικό ξέσπασμα του προλεταριάτου. Δεν ήταν μόνο η κατάκτηση της εξουσίας στη Ρωσία, ήταν οι προλεταριακές επαναστάσεις στη Γερμανία και την Ουγγαρία που, παρά την αποτυχία τους, συντάραξαν την ευρωπαϊκή αστική τάξη, ήταν τα ατελείωτα προλεταριακά κινήματα που ξεσπούσαν παντού, ήταν η οργή των εργατών που κατανοούσαν πως εξαπατήθηκαν. Το επαναστατικό πνεύμα δεν άφησε ανεπηρέαστο ούτε το σοσιαλιστικό κίνημα που γνώρισε τη διάσπαση, από την οποία προήλθαν τα περισσότερα σημερινά κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία αρνούνταν την χρεοκοπημένη, όπως την χαρακτήρισε ο Λένιν, Β΄ Διεθνή. Υπήρχαν μάλιστα και κόμματα που σύσσωμα εισήλθαν στην Γ΄ Διεθνή, την Κομμουνιστική, όταν αυτή ιδρύθηκε ή λίγο μετά (ένα από αυτά ήταν και το Σ.Ε.Κ.Ε., το μετέπειτα Κ.Κ.Ε.).
Η νέα κατάσταση προκάλεσε συζητήσεις στους κόλπους της αστικής τάξης και των κυβερνήσεων για το ποσοστό της οικονομίας που θα έπρεπε να κοινωνικοποιηθεί, με στόχο να αναστείλουν την ανατροπή του καθεστώτος συστήματος. Αρωγούς θα έβρισκαν τους σοσιαλιστές (που πλέον διαφοροποιούνταν σε σχέση με τους κομμουνιστές). Στόχος τους ήταν πραγματικά να αναστείλουν την επανάσταση, καθώς θεωρούσαν βέβαιο πως αυτή δεν μπορούσε πια να αποτραπεί. Όμως, γρήγορα το ξέσπασμα των εργατών κατευνάστηκε και η άρχουσα κοινωνική τάξη έψαχνε εκείνους τους συμμάχους που θα εμπόδιζαν την εκ νέου επανεμφάνιση επαναστατικών διαθέσεων. Πέραν της σοσιαλδημοκρατίας που θα αναδειχθεί σε σταθερό σύμμαχό της, πιο αποτελεσματικός φαινόταν σε εκείνη την περίοδο ο νεότευκτος φασισμός. Παρότι οι αστικές κυβερνήσεις διέκριναν, εν μέρει, τους κινδύνους που ενείχε αυτή τους η πρόκριση, όμως προτιμούσαν τον φασισμό από την επανάσταση. Και είναι γεγονός ότι αυτός παρουσίασε εντυπωσιακά αποτελέσματα εκεί που το προλεταριάτο επαναστατώντας απέτυχε. Η αποτυχία των Σπαρτακιστών της Λούξεμπουργκ και του Λήμπκνεχτ και το ηρωικό και τραγικό τέλος των δύο μορφών της επανάστασης αλλά και η κατάρρευση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης που ακολουθήθηκε από την εντυπωσιακή άνοδο με δημοκρατικά μέσα του φασισμού αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.
Όμως, για να νικηθεί πολιτικά και ηθικά ο σοσιαλισμός, έπρεπε να κτυπηθεί η Σοβιετική Ρωσία, ο εμψυχωτής του σοσιαλιστικού οράματος. Αμέσως μόλις κατέλαβαν την εξουσία οι μπολσεβίκοι και ανακήρυξαν το πρόγραμμά τους, ο αστικός κόσμος «ξέχασε» το πόσο οπισθοδρομικό ήταν το τσαρικό καθεστώς και θρήνησαν για την εκτέλεση των μελών της οικογένειας του Νικολάου Β΄. Γρήγορα προχώρησαν σε οικονομικό αποκλεισμό και στρατιωτικές επεμβάσεις. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε, όχι μόνο λόγω της σθεναρής αντίστασης των σοβιετικών, αλλά και εξαιτίας του μεγάλου κινήματος αλληλεγγύης προς τη νεαρή σοσιαλιστική Ρωσία που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους εργάτες και τους προοδευτικούς διανοούμενους και καλλιτέχνες της Δύσης.
Στην υπόθεση αυτή, σημαντικός ήταν ο ρόλος της Τουρκίας. Οι μεγάλες δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στα τουρκικά παράλια με στόχο όχι μόνο να ελέγξουν στρατιωτικά και οικονομικά την περιοχή, αλλά και για να εμποδίσουν την επέκταση του κινήματος του Μουσταφά Κεμάλ – Ατατούρκ, το οποίο ξεκίνησε με αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Για αυτό και στο χρονικό αυτό σημείο είχε ως σύμμαχό του τη Ρωσία. Αυτό προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία στους ιμπεριαλιστές, καθώς αν η συμμαχία αυτή εξακολουθούσε και αν το κίνημα του Κεμάλ πετύχαινε το στόχο του, τότε η Σοβιετική Ρωσία θα πετύχαινε με τη διπλωματία αυτό που με την ισχύ της δεν κατόρθωσε για αιώνες η τσαρική Ρωσία: την έξοδό της στη Μεσόγειο, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν στο διεθνές οικονομικό και πολιτικό πεδίο. Πάντως, τη «βρώμικη δουλειά» την άφησαν στους Έλληνες που ήταν κουρασμένοι και απαράδεκτα προετοιμασμένοι στρατιωτικώς για αυτή την υπόθεση.
Όμως, ο Κεμάλ ήταν εξίσου καλός διπλωμάτης όσο και αξιωματικός. Δεν είχε καμία πρόθεση να δημιουργήσει μία σοσιαλιστική Τουρκία – και να το ήθελε, δεν το επέτρεπαν ούτε οι αντικειμενικές ούτε, κυρίως, οι υποκειμενικές συνθήκες της υπανάπτυκτης αυτής χώρας – ούτε καν φιλοσοσιαλιστική. Όταν το επέτρεψαν οι περιστάσεις, ήρθε σε συνεννόηση με τους κατακτητές, οι οποίοι είδαν στο πρόσωπό του έναν σύμμαχο. Και ήταν εξαιρετικά σημαντικό να έχουν έναν σύμμαχο στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας. Έτσι, άφησαν στο έλεος των τσετών το ελληνικό στοιχείο, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέα κοινωνικά δεδομένα για τη χώρα μας.

Κεφάλαιο 2ο

Ο Ελληνικός 19ος αιώνας

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της πολιτικής και οικονομικής εξέλιξης στην Ευρώπη είναι δυνατό να κατανοήσουμε και την ελληνική πραγματικότητα της εξεταζόμενης περιόδου, ώστε να φτάσουμε σε ασφαλέστερες αναλύσεις και όσο το δυνατό λιγότερο επισφαλή συμπεράσματα για τις σχέσεις του ελληνικού σπουδαστικού κινήματος με τις σοσιαλιστικές ιδέες.
Η ελληνική πολιτική και οικονομική πραγματικότητα μέχρι το 1922 εμφανίζεται από την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ιστορικών – και