Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔΣτα 120 χρόνια από τη γέννηση του διαπρεπούς ηγέτη της ΕΣΣΔ Ι. Β. Στάλιν (1879), προτείνουμε στους αναγνώστες και αναγνώστριες να μελετήσουν το έργο του «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ», «Σύγχρονη Εποχή», 1998. Η πρώτη έκδοση σε ελληνική μετάφραση έγινε από τις εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ το 1952. Το έργο του Ι. Στάλιν «Οικονομικά Προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» αποτελεί τις συνολικές παρατηρήσεις που διατύπωσε ο συγγραφέας του κατά τη διαδικασία συγγραφής Εγχειριδίου της Πολιτικής Οικονομίας στην ΕΣΣΔ, στις αρχές της δεκαετίας του ΄50. Αποτελείται από τα εξής τέσσερα μέρη: I) Παρατηρήσεις πάνω σε οικονομικά ζητήματα σχετικά με τη συζήτηση του Νοέμβρη του 1951, που φέρει ημερομηνία 1 Φλεβάρη 1952. II) Απάντηση στον σ. Αλέξανδρο Ιλιτς Νότκιν, με ημερομηνία 21 Απρίλη 1952. III)Τα λάθη του σ. Δ. Λ. Γιαροσένκο, με ημερομηνία 22 Μάη 1952. IV) Απάντηση στους συντρόφους Σάνινα Α. Β. και Βένζερ Β. Γ., με ημερομηνία 28 Σεπτέμβρη 1952. Στο σύνολό του το έργο διατυπώνει τις απόψεις του συγγραφέα για σημαντικά θέματα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού, συμπυκνώνει τις θεωρητικές προσεγγίσεις και το διάλογο που αναπτύχθηκε γύρω από αυτά, με κεντρικό ζήτημα ποιοί νόμοι και πώς δρουν στο επαναστατικό μεταβατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, δηλαδή κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το έργο έχει αυτοτελή αξία, αποτελεί συμβολή στην ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας για τον επιστημονικό σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Ταυτόχρονα αναδεικνύεται έμμεσα η ιδεολογικο-πολιτική διαπάλη για τη διαδικασία της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας, σα νέου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, ανώτερου του καπιταλιστικού, αλλά και της σοσιαλιστικής κοινωνίας, σαν κατώτερης βαθμίδας αυτού του νέου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, σαν το μακρόχρονο επαναστατικό μεταβατικό πέρασμα από τον παλιό στο νέο τρόπο παραγωγής. Πυρήνας του έργου είναι η τοποθέτηση στα ζητήματα-ερωτήματα: Πάνω σε ποιά αντικειμενική οικονομική βάση μπορούν να αναπτυχθούν ποιές κοινωνικές αντιθέσεις; Στην κατεύθυνση ποιών οικονομικών νομοτελειών μπορούν να λυθούν κοινωνικές αντιθέσεις ή μπορεί να οδηγήσουν σε όξυνση της ταξικής πάλης; Ποιός είναι ο ρόλος του συνειδητού υποκειμενικού παράγοντα, ο ρόλος του κόμματος ως φορέα συνένωσης της επαναστατικής θεωρίας με την επαναστατική πολιτική; Ειδικότερα, ποιός είναι ο ρόλος της επαναστατικής θεωρίας στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής από τα αρμόδια όργανα του επαναστατικού εργατικού κράτους; Το γεγονός ότι τα ζητήματα πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού - κομμουνισμού εμπλέκονται με την ιδεολογικο-πολιτική διαπάλη, η οποία εκδηλώνεται και μέσα στο επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης - στο ίδιο το Πανενωσιακό ΚΚ (μπ), αργότερα ΚΚΣΕ - φαίνεται καθαρότερα σήμερα. Η «τύχη» του έργου του Ι. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» ήταν ανάλογη της συνολικής στάσης που διαμορφώθηκε στη συνέχεια απέναντι σ΄ εκείνη την ιστορική περίοδο οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, που στην κορυφή της ηγεσίας του κόμματος βρισκόταν ο συγγραφέας του έργου. Η «τύχη» του έργου συνδέθηκε ή καλύτερα καθορίσθηκε από την συνολική ιδεολογικο-πολιτική στροφή που έγινε στο 20ό Συνέδριο του κόμματος (1956). Αλλες δημοσιεύσεις, όπως αρθρογραφία γύρω από το έργο, ελάχιστα είναι γνωστές στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με το ανάλογο ενδιαφέρον. Στο έργο αναδεικνύεται η ανάγκη γνώσης των νομοτελειών που δρουν, ανεξάρτητα από τη θέληση όχι μόνο γενικά των ανθρώπων αλλά και του ίδιου του Κόμματος και των κρατικών οργάνων της σοσιαλιστικής εξουσίας, σε όλη την επαναστατική μεταβατική περίοδο προς τον κομμουνισμό. Η «αγνόηση» των νόμων που δρουν αντικειμενικά μπορεί να εκφρασθεί είτε με τη λαθεμένη αντίληψη, την αυταπάτη, είτε τη συνειδητή επιλογή για «ριζικό μετασχηματισμό» των νόμων πάνω στη βάση της σχεδιασμένης οικονομίας. Ο Ι. Στάλιν σημειώνει στο έργο: «Λένε, ότι η ανάγκη της ισόμετρης (αναλογικής) ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας της χώρας μας δίνει τη δυνατότητα στη σοβιετική εξουσία να εκμηδενίσει του οικονομικούς νόμους που υπάρχουν και να δημιουργήσει καινούργιους. Αυτό είναι ολότελα λάθος. Δεν επιτρέπεται να συγχέουμε τα χρονιάτικα και τα πεντάχρονα πλάνα μας με τον αντικειμενικό νόμο της ισόμετρης αναλογικής ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας. Ο νόμος της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας ξεπρόβαλλε σαν αντίβαρο στο νόμο του ανταγωνισμού και της αναρχίας της παραγωγής που επικρατεί στον καπιταλισμό. Ξεπρόβαλλε πάνω στη βάση της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής, αφού προηγούμενα ο νόμος του ανταγωνισμού και της αναρχίας στην παραγωγή έπαψε να ισχύει. Μπήκε σε ενέργεια, γιατί η σοσιαλιστική λαϊκή οικονομία μπορεί να λειτουργήσει μοναχά πάνω στη βάση του οικονομικού νόμου της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι ο νόμος της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας, δίνει τη δυνατότητα στα όργανά μας, που εκπονούν τα σχέδια, να σχεδιάζουν σωστά την κοινωνική παραγωγή. Ομως η δυνατότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την πραγματικότητα. Είναι δύο πράγματα διαφορετικά. Για να μετατραπεί η δυνατότητα αυτή σε πραγματικότητα, χρειάζεται να μελετήσουμε αυτόν τον οικονομικό νόμο, χρειάζεται να τον καταχτήσουμε, χρειάζεται να μάθουμε να τον εφαρμόζουμε με πλήρη κατανόηση, χρειάζεται να φτιάχνουμε τέτια πλάνα, που να αντανακλούν πέρα για πέρα τις απαιτήσεις αυτού του νόμου. Δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα χρονιάτικα και πεντάχρονα πλάνα μας αντανακλούν πέρα για πέρα τις απαιτήσεις αυτού του οικονομικού νόμου». Για την εμπορευματική παραγωγή και το νόμο της αξίας στο σοσιαλισμό, ως κατώτερη βαθμίδα του κομμουνισμού, ο Ι. Στάλιν επισημαίνει ότι όσο διατηρείται η εμπορευματική παραγωγή και ένα μέρος της κατανομής γίνεται ανάλογα με την «προσφερόμενη εργασία», διατηρείται σε λειτουργία και ο νόμος της αξίας. Ο συγγραφέας του έργου επισημαίνει σε ποιους τομείς της παραγωγής έχει καταργηθεί η εμπορευματική παραγωγή: Στην παραγωγή μέσων παραγωγής, που χρησιμοποιούνται τόσο στη βιομηχανία όσο και στην αγροτική παραγωγή. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και της γης - με την κρατική μορφή της κοινωνικής ιδιοκτησίας - εξασφαλίζει και την κατάργηση της μισθωτής εργασίας ως εμπόρευμα. Εμπορευματική μορφή παίρνουν τα προϊόντα ατομικής κατανάλωσης, η ανταλλαγή προϊόντων παραγωγής ανάμεσα στους δυο τομείς της οικονομίας - τη βιομηχανία και την αγροτική οικονομία. Ταυτόχρονα διατηρείται η εμπορευματική μορφή για τα μέσα παραγωγής και τα προϊόντα που μπαίνουν στο εξωτερικό εμπόριο. Ακριβώς αυτή η εμπορευματική μορφή των μέσων παραγωγής που γίνονται αντικείμενα εξωτερικού εμπορίου είναι που έκανε τόσο τον Λένιν όσο και τον Στάλιν να επιμένουν στο κρατικό μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, ακόμη και στις συνθήκες της ΝΕΠ, δηλαδή σε συνθήκες ορισμένης ανοχής, ορισμένων παραχωρήσεων προς την καπιταλιστική παραγωγή. Σε αυτή τη βάση ο νόμος της αξίας στο σοσιαλισμό «δεν περιορίζεται στη σφαίρα της εμπορευματικής παραγωγής. Επεκτείνεται επίσης στην παραγωγή. Είναι αλήθεια ότι ο νόμος της αξίας δεν παίζει ρυθμιστικό ρόλο στη σοσιαλιστική μας παραγωγή, παρόλα αυτά επιδρά πάνω στην παραγωγή και αυτό δε μπορεί να μην το πάρει κανείς υπόψη του στη διεύθυνση της παραγωγής. Το γεγονός είναι ότι τα καταναλωτικά προϊόντα που είναι απαραίτητα για να αναπληρώσουν την εργατική δύναμη που ξοδεύεται στη διάρκεια της παραγωγής, παράγονται στη χώρα μας και πραγματοποιούνται σαν εμπορεύματα που υπόκεινται στην ενέργεια του νόμου της αξίας. Κι εδώ ακριβώς γίνεται φανερή η επίδραση του νόμου της αξίας πάνω στην παραγωγή. Σε σχέση με αυτό στις επιχειρήσεις έχουν πρακτική σημασία ζητήματα τέτοια, όπως είναι το ζήτημα του οικονομικού προϋπολογισμού και της αποδοτικότητας, το ζήτημα του κόστους της παραγωγής, το ζήτημα των τιμών κτλ. Για το λόγο αυτό οι επιχειρήσεις μας δε μπορούν να ενεργούν και δεν πρέπει να ενεργούν δίχως να παίρνουν υπ΄ όψη τους το νόμο της αξίας». Στο σημείο αυτό, αξίζει να υπενθυμιστεί, ότι το ζήτημα της «αποδοτικότητας», κατά τη δεκαετία του ΄60, με τις γνωστές ως μεταρρυθμίσεις του Κοσίγκιν, ερμηνεύτηκε έτσι, ώστε να οδηγήσει στην ενίσχυση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων ανάμεσα σε παραγωγικές επιχειρήσεις. Ο Ι. Στάλιν σημειώνει: «Μερικοί σύντροφοι βγάζουν από δω το συμπέρασμα ότι ο νόμος της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας, και η σχεδιοποίηση της λαϊκής οικονομίας εκμηδενίζουν την αρχή της αποδοτικότητας της παραγωγής. Αυτό είναι εντελώς λάθος. Τα πράγματα συμβαίνουν ακριβώς αντίθετα. Αν πάρουμε την αποδοτικότητα όχι από την άποψη των μεμονωμένων επιχειρήσεων είτε κλάδων της παραγωγής και όχι στην περίοδο μιας χρονιάς, αλλά και από την άποψη ολόκληρης της λαϊκής οικονομίας και σε περίοδο, ας πούμε, 10 - 15 χρόνων, που θα ήταν η μοναδικά σωστή αντιμετώπιση του ζητήματος, τότε η προσωρινή και ασταθής αποδοτικότητα των μεμονωμένων επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής δε μπορεί με κανέναν τρόπο να συγκριθεί μ΄ εκείνη την ανώτερη μορφή σταθερής και μόνιμης αποδοτικότητας, που μας δίνουν οι ενέργειες του νόμου της ισόμετρης ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας και η σχεδιοποίηση της λαϊκής οικονομίας, που μας εξασφαλίζουν αδιάκοπη άνοδο της λαϊκής οικονομίας με γρήγορους ρυθμούς, ενώ μας απαλλάσσουν από τις περιοδικές οικονομικές κρίσεις, που καταστρέφουν τη λαϊκή οικονομία και προκαλούν στην κοινωνία κολοσσιαίες υλικές ζημιές. Με δυο λόγια: δε μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, ότι στις τωρινές σοσιαλιστικές μας συνθήκες παραγωγής ο νόμος της αξίας δε μπορεί να είναι «ρυθμιστής των αναλογιών» στην κατανομή της εργασίας ανάμεσα στους διάφορους κλάδους παραγωγής». Μια από τις θέσεις του Στάλιν, σχετικά με τη λειτουργία του νόμου της αξίας στο μακρόχρονο επαναστατικό μεταβατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, νομίζουμε ότι χρειάζεται να συγκεντρώσει τον προβληματισμό και την κριτική διερεύνηση, στο φως των δεδομένων της ανάπτυξης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και της ανατροπής του σοσιαλιστικού συστήματος. Ο Στάλιν κριτικάροντας σωστά, την άποψη ότι «η εμπορευματική παραγωγή πάντα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες πρέπει να οδηγεί, και υποχρεωτικά οδηγεί, στον καπιταλισμό», υποστηρίζει ότι «αυτό δεν είναι σωστό. Δε συμβαίνει ούτε πάντα, ούτε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες». «Η εμπορευματική παραγωγή οδηγεί στον καπιταλισμό μονάχα, όταν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, όταν η εργατική δύναμη προσφέρεται στην αγορά σαν εμπόρευμα, που ο καπιταλιστής μπορεί να το αγοράσει και να το εκμεταλλευτεί στην εξέλιξη της παραγωγής, όταν επομένως, υπάρχει στη χώρα το σύστημα της εκμετάλλευσης των μισθωτών εργατών από τους καπιταλιστές». Ισως, εδώ διαφαίνεται κάποια υποτίμηση στη δυνατότητα, στην έστω περιορισμένης δράσης εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό, να αναζωογονηθούν συνθήκες κερδοσκοπίας και διεκδίκησης ατομικής ιδιοκτησίας σε μέσα παραγωγής, επομένως και να διασαλευθεί η κατοχύρωση της κατάργησης της εκμετάλλευσης, με δεδομένο ότι δε μπορούμε να μιλάμε για πλήρη σοσιαλιστική ιδιοκτησία σε όλα τα μέσα παραγωγής. Στο έργο προσεγγίζονται επίσης ορισμένα σημαντικά ζητήματα της θεωρίας που βρέθηκαν στο επίκεντρο και της κατοπινής ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης, όπως οι σχέσεις ανάμεσα στις υποδιαιρέσεις (Ι) και (ΙΙ) της παραγωγής. Ο Στάλιν υπερασπίζεται την προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής, σε σχέση με την παραγωγή μέσων κατανάλωσης. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε και το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, το 1956, μετά το θάνατο του Στάλιν. Παρά τη διαπάλη που αναπτύχθηκε, έγινε κατορθωτό να κρατηθεί η προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής. Επιλογή που δεν ερχόταν σε αντίθεση με την ανάγκη διεύρυνσης της παραγωγής μέσων κατανάλωσης, με την εξασφάλιση ολοένα και σε ευρύτερη κλίμακα της κοινωνικής ευημερίας. Επιλογή που αποδεχόταν τη διευρυμένη εφαρμογή των νεότατων τεχνολογικών επιτευγμάτων στην παραγωγή, σαν απαραίτητο όρο για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας και της κοινωνικής ευημερίας. Η επιλογή αυτή σταδιακά αποδυναμωνόταν, κάτω και από την πίεση ορισμένων υπαρκτών ελλείψεων σε προϊόντα της ελαφράς βιομηχανίας (υποδιαίρεση ΙΙ) και την ανάγκη στεγαστικής ανοικοδόμησης. Στο Σχέδιο της ΚΕ του ΚΚΣΕ για το 26ο Συνέδριο «Βασικές κατευθύνσεις για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της ΕΣΣΔ 1981-1985-1990» στον απολογισμό του 10ου πεντάχρονου πλάνου αναφέρεται ότι: «Τα 4/5 του εθνικού εισοδήματος χρησιμοποιήθηκαν άμεσα στην κατανάλωση του πληθυσμού, στη στεγαστική και στην κοινωνικοπολιτική ανοικοδόμηση». Με δεδομένο ότι αναγνωριζόταν η ανάγκη της «επιτάχυνσης της επιστημονικο-τεχνικής προόδου και το πέρασμα της οικονομίας στο δρόμο της εντατικής ανάπτυξης» φαίνεται ότι στην πράξη δεν εξασφαλίστηκαν οι ανάλογοι πόροι προς αυτή την κατεύθυνση. Σημαντικό ζήτημα θεωρητικού προβληματισμού και έκφρασης οικονομικής πολιτικής στο σοσιαλισμό αποτελεί και το εξής: Πώς θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός καθολικού παραγωγικού τομέα που θα έχει δικαίωμα να διαθέτει ολόκληρη την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων της χώρας. Πώς η εμπορευματική κυκλοφορία μαζί με την «χρηματική οικονομία» θα εξαφανισθεί σαν στοιχείο άχρηστο της λαϊκής οικονομίας. Ο Στάλιν το θέτει ως ζήτημα ειδικό που απαιτεί ξεχωριστή εξέταση: «Με ποιον τρόπο θα δημιουργηθεί ένας ενιαίος τομέας, μέσω, άραγε, της απλής απορρόφησης του κολχόζνικου τομέα από τον κρατικό τομέα, πράγμα που είναι λίγο απίθανο (γιατί αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν απαλλοτρίωση των κολχόζ), είτε, άραγε, μέσω της δημιουργίας ενός ενιαίου δημόσιου οικονομικού οργάνου (όπου θα αντιπροσωπεύονται η κρατική βιομηχανία και τα κολχόζ) με τη δικαιοδοσία στην αρχή να υπολογίζει ολόκληρη την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων της χώρας και με την πάροδο του χρόνου να καθορίζει, επίσης, και τη διάθεση της παραγωγής, της ανταλλαγής, ας πούμε των προϊόντων - αυτό είναι ένα ζήτημα ειδικό, που απαιτεί ξεχωριστή εξέταση». Το ζήτημα αυτό δικαιολογημένα θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο θεωρητικής μελέτης που θα καθόριζε και την ανάλογη πολιτική πρακτική στην κατεύθυνση της ανάπτυξης των προϋποθέσεων για την πορεία προς τον κομμουνισμό.
|