Ιστορική επισκόπηση της οικονομικής ανάπτυξης της ΕΣΣΔ (Περίοδος 1917 - 1955)Ι. Εισαγωγή Η αφορμή για τούτο το άρθρο ήταν η χυδαία αντικομμουνιστική, συντονισμένη επίθεση που εξαπέλυσαν οι αστικές δυνάμεις στη 10η επέτειο από την κορύφωση της αντεπανάστασης στην πρώην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία και την «ένωσή» της (κατάληψη) με την ιμπεριαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Μεταξύ των άλλων οι κονδυλοφόροι του κεφαλαίου αμφισβήτησαν, στα σχετικά εκτεταμένα δημοσιεύματα, τη δυνατότητα και ικανότητα του σοσιαλισμού να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις. Σε αυτές τις ψευδολογίες απάντηση δίνει η ίδια η ιστορία των σοσιαλιστικών χωρών, ιδιαίτερα της ΕΣΣΔ. Σε αυτήν την τελευταία μάλιστα, ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η αντικειμενική προσέγγιση της πιο δύσκολης, από πολλές απόψεις, περιόδου σοσιαλιστικής οικοδόμησης, στην οποία και αναφερόμαστε. Στο παρόν άρθρο γίνεται μια προσπάθεια προσέγγισης της ιστορικής εξέλιξης της οικονομίας της ΕΣΣΔ, στο πλαίσιο της αναζήτησης δεδομένων και εγγράφων πηγών γύρω από τα θέματα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, κυρίως σε ό,τι αφορά τα μέσα παραγωγής και τα επίπεδα παραγωγής που πέτυχε η σχεδιασμένη, με βάση 5χρονα πλάνα, οικονομία της. Ασφαλώς υπάρχει η σημαντικότερη πλευρά της ανάπτυξης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, που συνδέεται διαλεκτικά με την πρώτη. Η προσέγγιση αυτής της πλευράς ξεφεύγει από τα όρια και τις δυνατότητες του παρόντος άρθρου, γι' αυτό περιοριζόμαστε σε ορισμένες μόνο νύξεις. Στην προσπάθεια αυτή, πέρα από τη διερεύνηση αντικειμενικών στοιχείων και ιστορικής τεκμηρίωσης των γεγονότων, η μεθοδολογική προσέγγιση βασίζεται στις αρχές της θεωρίας του μαρξισμού - λενινισμού. Ο δρόμος προς το σοσιαλισμό, που άνοιξε το 1917 η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση με στόχο την πραγματοποίηση και την εδραίωση της κομμουνιστικής κοινωνίας, ήταν (όπως σε κάθε περίπτωση αλλαγής του υπάρχοντος κοινωνικο-οικονομικού συστήματος στην ιστορία της ανθρωπότητας) πρωτόγνωρος, δύσβατος και, φυσικά, δύσκολος. Στην περίπτωση της οικοδόμησης της Σοβιετικής Ενωσης, δηλαδή της πρώτης οργανικά ολοκληρωμένης απόπειρας εγκαθίδρυσης ταξικού κράτους της εργατικής τάξης και των συμμάχων της λαϊκών στρωμάτων, ικανού να προωθήσει, να εξυπηρετήσει και να προστατεύσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου, οι δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν οι πρωτοπόροι δύο τουλάχιστον γενεών ήταν τεράστιες. Τα αποτελέσματα, όμως, της ιστορικής αυτής προσπάθειας σημάδεψαν βαθιά την πορεία της ανθρωπότητας, σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα που τελειώνει. Συνιστούν δε ένα γερό - ακλόνητο βάθρο στήριξης για το νικηφόρο ξεκίνημα των αγώνων που ακολουθούν με στόχο την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος σε παγκόσμια κλίμακα και την αντικατάστασή του από το σοσιαλιστικό. Η διαδικασία προσέγγισης αρχίζει με την ανάλυση των εξελίξεων και των αποτελεσμάτων αυτής της, από κάθε άποψη, θαυμαστής προσπάθειας της τότε πρωτοπορίας της κοινωνικής σκέψης και δράσης σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η ανάλυση αφορά κύρια τις οικονομικές εξελίξεις που σημάδεψαν τη ζωή του νεοσύστατου προλεταριακού κράτους της Σοβιετικής Ενωσης, καθώς επίσης και τις εκάστοτε πολιτικές επιλογές που τις καθόριζαν και τις δρομολογούσαν. Στο παρόν άρθρο η ανάλυση των οικονομικών εξελίξεων περιορίζεται ως τα μέσα της δεκαετίας του 1950-60, όταν οι πολιτικές εξελίξεις και οι οικονομικές επιλογές που καταγράφτηκαν, φαίνεται ότι είχαν αρνητικές επιδράσεις στη δυναμική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η μελέτη της επόμενης περιόδου θ' αποτελέσει το αντικείμενο μιας άλλης εργασίας. Παράλληλα με τη διερεύνηση και την τεκμηρίωση των δεδομένων θα επιχειρηθεί μια, σε γενικές γραμμές, αποτίμηση των οικονομικών και κοινωνικών αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν στη διάρκεια της πρώτης αυτής περιόδου (1917-1955) της πορείας της Σοβιετικής Ενωσης. Τέλος, το παρόν άρθρο θα ολοκληρωθεί με την αντίστοιχη συμπερασματική προσπάθεια. ΙΙ. Ανάλυση Οι πολιτικές επιλογές που στόχευαν στην επαναστατική κατάλυση του καπιταλιστικού καθεστώτος στη Ρωσική Αυτοκρατορία αποτέλεσαν τη βάση για την προετοιμασία, την οργάνωση και την πραγματοποίηση της μεγάλης Οχτωβριανής Επανάστασης, που ξεκίνησε με τους τρεις κανονιοβολισμούς του καταδρομικού «Αβρόρα» (25/10/1917 ή στις 7/11/1917, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο). Αποτέλεσαν, επίσης, τη βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκαν στη συνέχεια οι πρώτες αποφάσεις και προγράμματα της κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης του νεοσύστατου κράτους. Στους επόμενους σταθμούς της, η επαναστατική διαδικασία προχωρούσε αντιφατικά, αλλά σε ανοδική, γενικά, τροχιά και τηρώντας μ' επιμονή τις βασικές της πολιτικές επιλογές. Ωστόσο, οι δυσκολίες και οι αντιθέσεις δεν έλειψαν. Ισα-ίσα, μεγάλωναν, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο διεθνές επίπεδο. Αμέσως μετά το ξάφνιασμα, οι καπιταλιστικές δυνάμεις, απορροφημένες με τις αντιθέσεις τους στον εξουθενωτικό Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατανόησαν τη σοβαρότητα του κινδύνου και αντέδρασαν επεμβαίνοντας άμεσα, μαζικά και βίαια. Από τη μεριά του, όμως, το Κόμμα των Μπολσεβίκων ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις της ιστορίας και μ' επικεφαλής το Λένιν, στάθηκε αντάξιο των περιστάσεων. Κατόρθωσε, όχι μόνο να κινητοποιήσει τις πλατιές μάζες των λαών της χώρας, αλλά και ν' αξιοποιήσει έντεχνα τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις στο διεθνές επίπεδο. Η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (3/3/1918) επέτρεψε την εδραίωση της σοσιαλιστικής επανάστασης δίνοντας τη δυνατότητα στη νεοσύστατη σοβιετική εξουσία να πάρει μια ανάσα και να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της για την περαιτέρω πορεία της χώρας. Στη συνέχεια οι επεμβάσεις των καπιταλιστικών δυνάμεων πολλαπλασιάστηκαν, τροφοδοτώντας πολύτροπα και με κάθε μέσο το σκληρό και ανηλεή δίχρονο εμφύλιο πόλεμο, που τερματίστηκε με την ήττα τους, το 1920. Με μεγάλο ηρωισμό και πολλές θυσίες οι μπολσεβίκοι επικράτησαν με τη βοήθεια της διεθνούς προλεταριακής αλληλεγγύης, που εκδηλώθηκε έμπρακτα σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες ακόμα και μέσα στις ίδιες τις στρατιωτικές μονάδες, ξηράς και θάλασσας, που συμμετείχαν στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Πάντως, ο φοβερός αυτός εμφύλιος πόλεμος άφησε τη χώρα εντελώς κατεστραμμένη και λιμοκτονούσα. Οι πολύ δύσκολες όμως αυτές συνθήκες δεν εμπόδισαν την τότε ηγεσία του Κόμματος, με επικεφαλής το Λένιν και τους συνεργάτες του, να οργανώσει τις κομματικές δομές, ώστε να μελετηθεί και να προχωρήσει (από τότε ήδη) η κατάρτιση ενός μακρόχρονου σχεδίου ανάπτυξης για όλους τους τομείς της οικονομίας της χώρας. Το 8ο Συνέδριο του Κόμματος (1919) διακήρυττε, λοιπόν, ότι «ένα από τα πρώτιστα καθήκοντα είναι η συνένωση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων της χώρας σε ένα πλάνο για το σύνολο του κράτους και ο μεγαλύτερος δυνατός συγκεντρωτισμός της παραγωγής». Στη συνέχεια, το 1920, μετά το 9ο Συνέδριο του Κόμματος (29/3/1920) συγκροτήθηκε η Κρατική Επιτροπή για τον εξηλεκτρισμό της χώρας, που παρουσίασε το μακροχρόνιο πλάνο ανάπτυξης της ηλεκτρικής ενέργειας (Πλάνο ΓΚΟ. ΕΛ.ΡΟ.). Ο μαρξισμός-λενινισμός αποτελούσε την κατευθυντήρια γραμμή της πολιτικής της Σοβιετικής Εξουσίας. Στο οικονομικό δε επίπεδο μεταφραζόταν με την εφαρμογή της σχεδιασμένης οικονομίας, με ευθύνη του Κόμματος. Γενικά συνένωνε την πολιτική διαχείριση με την οικονομική διαχείριση. Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου η οικονομική κατάσταση της χώρας βρίσκεται, ωστόσο, στο χαμηλότερο επίπεδο. Οταν η χώρα είχε, μόλις, σταματήσει να καίγεται και να πυροβολείται, τότε, το 1921, μια καταστροφική σοδειά προκάλεσε πολλές ανθρώπινες απώλειες. Επιβαρύνοντας έντονα τις προηγούμενες καταστροφικές οικονομικές συνέπειες, ο κλιματολογικός αυτός δυσμενής παράγοντας απέδειξε το μέγεθος των δυσκολιών που αντιμετώπιζε η πολιτική επιλογή της σοσιαλιστικής πορείας της χώρας των Σοβιέτ. Σαν απάντηση στις διάφορες λαϊκές αντιδράσεις που σημειώθηκαν, το 10ο Συνέδριο του ΚΚΡ(μπ) καθιέρωσε, στις 16/3/1921, με εισήγηση του Λένιν, την Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ). Η ΝΕΠ προέβλεπε τη δυνατότητα ύπαρξης μικρών ιδιωτικών επιχειρήσεων, χωρίς το σοβιετικό κράτος να παραιτηθεί από την ιδιοκτησία του επί των βασικών μέσων παραγωγής, του ορυκτού πλούτου, των τραπεζών και της βαρειάς βιομηχανίας. Αφηνε δε στον αγρότη την επιλογή να διακινεί τα προϊόντα που έμεναν στη διάθεσή του, μετά την αφαίρεση του φόρου σε είδος. Η ΝΕΠ ήταν ένας αναγκαστικός ελιγμός, μια προσωρινή υποχώρηση, για να διαφυλαχθούν και να μπορέσουν να αναπτυχθούν τα ουσιαστικότερα συστατικά που χαρακτηρίζουν τη σοσιαλιστική πορεία της κοινωνίας στην νεοσύστατη σοβιετική επικράτεια. Η πολιτική επιλογή της ΝΕΠ κατέγραφε την πρακτική αδυναμία των επαναστατικών δυνάμεων στο οικονομικό επίπεδο, καθώς και τα στενά όρια κίνησης που διέθετε την ιστορική εκείνη στιγμή η τότε ηγεσία του Κόμματος των μπολσεβίκων. Κατέγραφε επίσης την ορθότητα της σκέψης των κλασικών του μαρξισμού για την, μέσα από αντιφάσεις και άρα μη ομοιόμορφη, κίνηση προς τα μπρος της ανθρώπινης κοινωνίας. Στις 27/3/1922, το 11ο Συνέδριο του Κόμματος εκτίμησε ως θετικά τα αποτελέσματα της εφαρμογής της ΝΕΠ, ενώ στη διάρκεια των εργασιών του αναδείχθηκε η ανάγκη οργάνωσης του κρατικού και συνεταιριστικού εμπορίου. Το 11ο Συνέδριο εξέλεξε, επίσης, τον Ι. Β. Στάλιν Γενικό Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΡ(μπ). Στις 6/8/1922 παίρνεται η απόφαση της Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος για τη μορφή της Ενωσης των Σοβιετικών Δημοκρατιών, και στις 30/12/1922, ιδρύεται η ΕΣΣΔ. Στο 12ο Συνέδριο του ΚΚΡ(μπ) (29/3/1923), ακολουθώντας τις υποδείξεις του Λένιν, αποφασίσθηκε να προσεταιρισθεί ο αγροτικός πληθυσμός στη σοσιαλιστική οικοδόμηση μέσω των συνεταιρισμών. Στη συνέχεια, στις 6/7/1923 ψηφίζεται το πρώτο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ. Στο μεταξύ, οι επίσημες διεθνείς εμπορικές σχέσεις της ΕΣΣΔ αναπτύχθηκαν στη βάση του αμοιβαίου οφέλους με πολλές χώρες (μικρές και μεγάλες βιομηχανικά αναπτυγμένες) της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής. Στο εσωτερικό της χώρας η οικονομία της ΕΣΣΔ αρχίζει να αναλαμβάνει και να αναπτύσσεται. Με την εφαρμογή της ΝΕΠ, η παραγωγή των σιτηρών, άνθρακα και χάλυβα ανέρχεται, το 1925, στο επίπεδο του 1913 και για τα δύο τελευταία προϊόντα η άνοδος συνεχίζει να επιταχύνεται, όπως δείχνει το παρακάτω σχεδιάγραμμα: Η εξέλιξη της παραγωγής στην ΕΣΣΔ από το 1913 ως το 1928 Πηγή: «GENESE ET ECONOMIE DE L' URSS» Α. Gauthier et A. Raynaud, Editions Breal, 1989, page 28) Παράλληλα, όμως, αρχίζουν να αναπαράγονται οι παλιές κοινωνικές σχέσεις και οι εντάσεις των αντιθέσεων που συνεπάγονται. Η κατάσταση άρχισε να εγκυμονεί νέους κινδύνους παρέκκλισης και εκτροπής. Το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος είχε πολλούς εχθρούς και πιεζόταν από τον καπιταλιστικό περίγυρο. Οι ιμπεριαλιστές προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να το εξαφανίσουν και διαιρώντας το να αρπάξουν τους παραγωγικούς του πόρους. Στα τέλη του 1928, η ΕΣΣΔ παρουσιάζεται ακόμη καθυστερημένη κατά 50 ως 100 χρόνια σε σχέση με τις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Η πολιτική της ηγεσία βρέθηκε, λοιπόν, μπροστά στην επιτακτική ανάγκη να πάρει άμεσες αποφάσεις για την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας της χώρας. Οι διχογνωμίες δεν έλειψαν. Αν και όλοι, σχεδόν, συμφώνησαν για την αναγκαιότητα της εκβιομηχάνισης της χώρας, μερικοί διαφωνούσαν για τη μεθοδολογία και τους ρυθμούς της. Στην ουσία υπήρχαν διαφωνίες ως προς την πολιτική κατεύθυνση. Ιδιαίτερα από εκείνα τα ηγετικά στελέχη που, σε διάφορες άλλες ιστορικές συγκυρίες στο παρελθόν, είχαν επίσης εναντιωθεί στις αποφάσεις του Κόμματος (Μπουχάριν, Τρότσκι, Ζηνόβιεφ). Τελικά ο μαρξισμός - λενινισμός βγήκε πιο δυναμωμένος από αυτή την αντιπαράθεση και, το 1929 εγκρίθηκε από το Συνέδριο των Σοβιέτ το πρώτο πεντάχρονο πλάνο. Ετσι, από το 1929, η δικτατορία του προλεταριάτου, η εξουσία της εργατικής τάξης κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, εδραιώνεται παραπέρα με τους ρυθμούς της επιτυχίας των πεντάχρονων πλάνων. Το πρώτο πεντάχρονο πλάνο προοριζόταν να βάλει τα θεμέλια της σοσιαλιστικής οικονομίας και να εξαφανίσει τα καπιταλιστικά στοιχεία που είχαν ακόμη διατηρηθεί τόσο στο χώρο της βιομηχανίας (μικρές επιχειρήσεις) όσο και στο γεωργικό τομέα (αγροτικές επιχειρήσεις κουλάκων). Φυσικά στη διαδικασία αυτή, η σωστή αντιμετώπιση της κατάστασης δεν ήταν μονοσήμαντη. Πέρα από την έλλειψη τεχνικών μέσων και την τεχνολογική καθυστέρηση, υπήρχαν και οι παλαιές βαθειά ριζωμένες συνήθειες (στην έννοια της ιδιοκτησίας, παραγωγική καθυστέρηση, προλήψεις, μοιρολατρεία κλπ.) και διάφορες ιστορικές καθυστερήσεις (αγραμματοσύνη κλπ.), χαμηλό βιοτικό επίπεδο, που επέτρεπαν την καλλιέργεια εχθρικών ταξικών αντιδράσεων. Τα εμπόδια, λοιπόν, ήταν πολλαπλά και έπρεπε ν' αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα σε όλα τα επίπεδα. Η δυσκολία, δε, της αντιμετώπισής τους δεν εντοπιζόταν μόνο στο χώρο της ανοιχτής πολιτικής αντιπαράθεσης, όπου, παρ' όλες τις έντονες μεροληπτικές καπιταλιστικές κριτικές, η σοσιαλιστική πορεία κατέκτησε, γρήγορα, το ρυθμό της. Η σωστή αντιμετώπιση συνάντησε μεγαλύτερες μάλλον δυσκολίες στο επίπεδο της αναγκαίας ρήξης με τις κατεστημένες συνήθειες σε όλους τους τομείς της παραγωγικής δραστηριότητας και της κοινωνικής ζωής. Χρειάστηκαν, για παράδειγμα, πολλές προσπάθειες και μεγάλη επιμονή στον τομέα των επιστημονικών ερευνών για ν' ανοίξει ο δρόμος στις πρωτοπόρες σκέψεις και να πάρει σωστή κατεύθυνση η έρευνα στο χώρο της Φυσιολογίας, της Βιολογίας, της Αγρονομίας, της Γεωλογίας κλπ. Το κατεστημένο στον επιστημονικό χώρο αντιδρούσε σιωπηλά στις θεωρίες των Μιτσούριν και Λυσσένκο (Βιολογία, Αγρονομία), του Παυλώφ (Φυσιολογία) κλπ. Η σοβιετική γεωργία όμως, αναπτύχθηκε γοργά με τις ανακαλύψεις τους, όπως και η σοβιετική ιατρική, με αυτές του «Πατέρα της Φυσιολογίας» Παυλώφ. Οσο για τις γεωλογικές ανακαλύψεις, η εμβέλειά τους στην ανάπτυξη της σοβιετικής οικονομίας ήταν τεράστια (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, στερεά καύσιμα, σιδηρούχα, μη σιδηρούχα και άλλα σπάνια μέταλλα κλπ.). Είναι γνωστό ότι η ανάπτυξη είναι ενδογενής ή δεν υπάρχει. Προϋποθέτει, δε την ισότιμη συνεργασία αμοιβαίου οφέλους, στο τομέα των εξωτερικών συναλλαγών και σχέσεων. Επιπλέον για τους μαρξιστές, η ανάπτυξη συνδυάζει την ορθολογική αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων με τους άλλους τομείς της εθνικής οικονομίας για την ανάπτυξη της υλικοτεχνικής υποδομής, την προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος με γνώμονα τη βελτίωση του βιοτικού και πνευματικού επιπέδου του ανθρώπου. Με την εφαρμογή του πρώτου «πεντάχρονου» η αναγκαιότητα εκβιομηχάνισης της ΕΣΣΔ κατανοήθηκε γρήγορα από τις λαϊκές μάζες. Σε μια ομιλία του ο Ι. Β. Στάλιν έλεγε συγκεκριμένα: «Σύντροφοι, η χώρα μας πρέπει να εκβιομηχανοποιηθεί ή θα πάψει να υπάρχει». Στην κατανόηση αυτή συνέδραμαν και τα πρώτα θαυμαστά αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν λίγους μήνες μετά το ξεκίνημα του πλάνου. Ο τύπος βιομηχανοποίησης σύμφωνα με τον οποίο οργανώθηκε το πλάνο, πρόβλεπε τη σύμμετρη ανάπτυξη, και τη δημιουργία νέων κλάδων, μόνων ικανών να δώσουν αμέσως τα αναμενόμενα αποτελέσματα (προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής). Πρόβλεπε την ταυτόχρονη ανάπτυξη της παραγωγής, των μετάλλων, των καυσίμων, της ενέργειας, των μηχανών, της χημικής βιομηχανίας κ.ά. Η ταυτόχρονη αυτή διαδικασία εγκαινίαζε, μάλιστα, στον οικονομικό χώρο, την πρόσβαση σε ένα νέο, ανώτερο, στάδιο ανάπτυξης. Ετσι, το 1930, το 16ο Συνέδριο του Κόμματος αποφάσισε τη δημιουργία του Ανθρακο-Μεταλλουργικού Συμπλέγματος (Κομπινάτ) των Ουραλίων (μέταλλα) και του Κουζνέτς (άνθρακες). Το τολμηρό αυτό σχέδιο ξεκινούσε τη βιομηχανική εκμετάλλευση μιας παρθένας περιοχής, μεγάλης όσο όλη η Ευρώπη. Ωστόσο, σε αυτόν τον τομέα παραγωγής όσο και σε αυτόν του εξηλεκτρισμού το πλάνο πραγματοποιήθηκε. Το ΓΚΟ.ΕΛ.ΡΟ. τερματίστηκε το 1931. Αλλά οι ανάγκες ήταν τέτιες που έπρεπε να διπλασιασθεί η δύναμη των εργοστασίων. Αυτό κατορθώθηκε ένα χρόνο πριν το τέλος του πρώτου πεντάχρονου πλάνου. Στον τομέα της γεωργίας έπρεπε, ξεκινώντας από εκατομμύρια μικρών αγροκτημάτων, να δημιουργηθούν συνεταιριστικές αγροτικές επιχειρήσεις (τα κολχόζ). Επρεπε, επίσης, οι επιχειρήσεις αυτές να εφοδιαστούν με αγροτικές μηχανές και να γίνουν οι απαραίτητες προσπάθειες αλφαβητισμού και τεχνικής εκπαίδευσης των χωρικών. Το κολχόζνικο κίνημα είχε, ήδη το 1930, γίνει μαζικό και, σε πολλές περιοχές, οι δομές της γεωργικής δραστηριότητας ήταν πέρα για πέρα συνεταιριστικές. Αυτό σήμανε τη ριζική στροφή μεγάλων μαζών των αγροτών προς το σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής. Τα θετικά αποτελέσματα της σχεδιασμένης αγροτικής οικονομίας ήταν τέτια, που έδωσαν γρήγορα μια κεκτημένη πια ταχύτητα στην όλη κίνηση. Το 1928 υπήρχαν στη Σοβιετική Ενωση μόνο 2 θεριστικές - αλωνιστικές μηχανές και αυτές ήταν εισαγόμενες. Στο τέλος του πρώτου πεντάχρονου πλάνου, η σοβιετική γεωργία διέθετε 9.000 θεριστικές - αλωνιστικές μηχανές, 15.000 φορτηγά αυτοκίνητα και 150.000 τρακτέρ. Με την ανάπτυξη της οικονομίας και των μέσων παραγωγής, γεννήθηκε και η επιτακτική ανάγκη σχεδιασμού των επιστημονικών δραστηριοτήτων που συνάντησε την κατανόηση της μεγάλης πλειοψηφίας των επιστημόνων. Φυσικά δε γινόταν λόγος για το σχεδιασμό των επιστημονικών ανακαλύψεων, που δεν είναι εφικτός ούτε κατά διάνοια. Ηταν, όμως, και είναι πάντα δυνατό να υπάρχει ένας σχεδιασμός της εφαρμογής τους στην οικονομία. Από την άλλη μεριά, οι υπεύθυνοι του τομέα (ακαδημαϊκοί και μη) κατανοούσαν βαθιά ότι η σοβιετική επιστήμη δε μπορούσε να περιορισθεί μόνο στον τομέα εφαρμογών. Δεν υπάρχει επιστήμη χωρίς βασική έρευνα. Γι' αυτό και η γενική κατεύθυνση ήταν να δραστηριοποιείται ο κάθε επιστήμονας σύμφωνα με την κλίση του, στον κύκλο του δικού του ενδιαφέροντος, κάνοντας και βασική και εφαρμοσμένη έρευνα. Με την εφαρμογή, λοιπόν, του πρώτου πεντάχρονου πλάνου η αρχή αυτή ίσχυε και ενεργοποιήθηκε σε όλους τους τομείς δραστηριοτήτων (παιδεία, υγεία, βιομηχανία, γεωργία, γεωλογία, μεταφορές κλπ.). Τα ευνοϊκά αποτελέσματα του πρώτου πεντάχρονου πλάνου είχαν μεγάλη απήχηση τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και διεθνώς. Συνοδευόταν, δε, από μια σειρά κοινωνικών κατακτήσεων που χρησίμευαν σαν παράδειγμα για την εργατική τάξη των καπιταλιστικών χωρών, ιδιαίτερα των βιομηχανικά αναπτυγμένων. Μια πλειάδα γνωστών προσωπικοτήτων της τέχνης, των γραμμάτων και της επιστήμης διατύπωναν τη γνώμη τους με τα καλύτερα λόγια. Το 2ο πεντάχρονο πλάνο έβαλε σα στόχο την αποπεράτωση της τεχνικής αναδιοργάνωσης, που άρχισε στη διάρκεια του 1ου πεντάχρονου και την ολοκληρωτική αναδόμηση του συνόλου της οικονομίας. Γι' αυτό έπρεπε να εκπαιδευθεί ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων, ώστε να ανταποκριθούν στις νέες μορφές και στην απαιτούμενη ποιότητα της δουλιάς τους. Στόχος ήταν το 80% του συνόλου της βιομηχανικής παραγωγής να προέρχεται στο τέλος του 2ου πεντάχρονου πλάνου από τα νέα ή τα ανανεωμένα εργοστάσια και ο εξοπλισμός τους να αποτελεί το 50 ως 60% των εργαλείων που θα χρησιμοποιούσε η χώρα. Για όλους αυτούς τους λόγους, προτεραιότητα δόθηκε στην παραγωγή μετάλλων. Ιδιαίτερη, δε, βαρύτητα έπαιρνε ο τομέας κατασκευής μηχανών. Στην προετοιμασία του 2ου πεντάχρονου πλάνου συμμετείχαν εκτός από το δυναμικό της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, 200 Ινστιτούτα Ερευνας. Οπως και το πρώτο, το δεύτερο πεντάχρονο πέτυχε τους στόχους του νωρίτερα από τα χρονικά όρια. Σε αυτό συνέβαλε η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής άμιλλας και η πολιτική κινητοποίηση. Πριν την 1η Ιουνίου 1935, οκτακόσιες πενήντα δυο χιλιάδες εργάτες της βαριάς βιομηχανίας πέρασαν και πέτυχαν τις τεχνικές εξετάσεις που θεσμοθετήθηκαν το Φλεβάρη της ίδιας χρονιάς. Και, αμέσως, από τον Ιούλιο, ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες εργαζόμενοι μελετούσαν, ήδη, για να περάσουν αυτές τις εξετάσεις. Τα αποτελέσματα της σοσιαλιστικής άμιλλας συνέχιζαν την ανοδική τους πορεία. Στην εξόρυξη γαιανθράκων ο νέος Α. Σταχάνοφ παράγει, στις 8/9/1935, 175 τόνους κάρβουνου, ξεπερνώντας τους συναδέλφους του, που είχαν αυξήσει την παραγωγή τους. Το παράδειγμα αυτό διαδίδεται ραγδαία και η κίνηση αυτή πήρε το όνομα «Σταχανοφισμός». Η πρώτη σοβιετική συνδιάσκεψη των «σταχανοφιστών», ανδρών και γυναικών, γίνεται στη μεγάλη αίθουσα του Κρεμλίνου στις 14/11/1935. Από τότε η κίνηση αυτή πήρε μεγάλη έκταση. Οπως ήταν φυσικό, μια τέτια πορεία είχε να αντιμετωπίσει πολλά και διάφορα εμπόδια που δεν οφείλονταν μόνο στις συνέπειες της αρχικής καθυστέρησης της χώρας. Πράγματι, και στη διάρκεια του 2ου πεντάχρονου πλάνου, σημειώθηκαν αντιδράσεις σε όλα τα επίπεδα που, μερικές φορές κατέληγαν σε πράξεις σαμποτάζ. Οι εχθροί της σχεδιασμένης οικονομίας και της σοσιαλιστικής κατεύθυνσης ήταν, ακόμη, δραστήριοι στο εσωτερικό της χώρας και πανίσχυροι στο εξωτερικό. Η πολιτική βούληση της τότε σοβιετικής εξουσίας ήταν, όμως, τέτια που τα εμπόδια αυτά ξεπεράστηκαν, όπως δείχνουν τα οικονομικά αποτελέσματα. Το 1937, η ΕΣΣΔ κατείχε την πρώτη θέση στον κόσμο για τους ρυθμούς ανάπτυξης της βιομηχανίας. Στη διάρκεια του 2 πεντάχρονου πλάνου οικοδομήθηκαν 4.500 μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις και η χώρα αριθμούσε 200.000 αναδιοργανωμένα κολχόζ. Η παραγωγή μετάλλων ξεπερνούσε αυτή της Αγγλίας, της Γαλλίας και άλλων βιομηχανικών χωρών. Στη Διεθνή Εκθεση Παρισιού, το «Περίπτερο της ΕΣΣΔ» (το 1937) είχε κάνει τρομερή εντύπωση στους συνωστισμένους επισκέπτες. Για το 3ο πεντάχρονο, το 18ο Συνέδριο του Κόμματος (1939) έβαλε σαν στόχο «το ξεπέρασμα, στο χώρο της οικονομίας, των πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών της Ευρώπης και της Αμερικής». Ο στόχος αυτός, κατά τη γνώμη μας, ήταν πραγματοποιήσιμος γιατί όπως σημειώνει και ο Πιέρ Καριέρ «... την χρονιά εκείνη, λιγότερο από 10 χρόνια μετά το ξεκίνημα της πολιτικής των πεντάχρονων πλάνων, η αξία της παραγωγής που παρέδιναν οι σοβιετικές βιομηχανίες ξεπερνούσε αυτή του συνόλου των βρετανικών και γερμανικών βιομηχανιών, κατακτώντας έτσι τη δεύτερη θέση στον κόσμο». Το 3ο πεντάχρονο πλάνο ακολούθησε ένα σαφή επιστημονικό συλλογισμό. Εριχνε το βάρος των προσπαθειών στην ανάπτυξη των καθοριστικών για την τεχνική πρόοδο κλάδων, ειδικά στις βιομηχανίες καυσίμων, ηλεκτρικής ενέργειας, κατασκευαστικών μηχανών και χημείας. Στη διάρκειά του, αυξήθηκαν τα μέτρα ενθάρρυνσης της άμεσης συμμετοχής των εργαζομένων στη διαχείριση του τομέα των δραστηριοτήτων τους. Προωθήθηκε η ιδέα του «δημοκρατικού σχεδιασμού» σύμφωνα με την οποία, οι υπεύθυνοι του Κρατικού Σχεδιασμού (ΓΚΟΣ.ΠΛΑΝ) έπρεπε να παίρνουν υπόψη τους τις προειδοποιήσεις, καθώς και τα «αντίθετα πλάνα» που προτείνονταν από τη βάση. Ετσι, οικοδομήθηκαν μεγαλοδύναμοι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που συνδέθηκαν μεταξύ τους με πρωτόγνωρες γραμμές υψηλής τάσης (220.000 βολτ). Το δίκτυο αυτό απλωνόταν σ' εκτενείς περιοχές της χώρας. Το 1940, η παραγωγή ηλεκτρισμού έφτασε τα 48,3 δισεκατομμύρια κιλοβατώρες. Ο εξοπλισμός του τομέα αυτού απαίτησε την παραγωγή γιγάντιων κατασκευαστικών μηχανών. Επίσης κατασκευάστηκαν καινούργιες μηχανές, άγνωστες ακόμη στην παγκόσμια τεχνική, όπως οι μηχανές ηλεκτρο-διάβρωσης και ηλεκτροχημικές. Τέλος, οι ερευνητές της Μόσχας δημιούργησαν τις πρώτες σύνθετες κατασκευαστικές μηχανές. Τ' αποτελέσματα στον τομέα της μεταλλουργίας εντυπωσίασαν πολλούς παρατηρητές. Η βιομηχανία των Ουραλίων παρήγαγε 1938 οκταπλάσια και πλέον μεταλλουργικά εξαρτήματα κι εργαλεία, απ' αυτά που παρήγαγε στη διάρκεια των πέντε (5) προηγούμενων χρόνων. Παρόμοια θεαματικά αποτελέσματα κατέγραψε και η χημική βιομηχανία που αποτελούσε μία από τις προτεραιότητες του 3ου Πεντάχρονου Πλάνου. Οι στόχοι του πλάνου ξεπεράστηκαν σε όλους τους τομείς (πλαστικές ουσίες, λιπάσματα, χρωστικές ουσίες, λάστιχα κλπ.). Για τα φωσφορούχα λιπάσματα η παραγωγή ανταποκρίθηκε στις ανάγκες της γεωργίας, ξεπερνώντας δύο φορές το στόχο. Οσο για τις ανάγκες της βιομηχανίας αυτοκινήτων από λάστιχα, ικανοποιήθηκαν με την κατασκευή δεκατεσσάρων εργοστασίων συνθετικού λάστιχου. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι, ταυτόχρονα με την ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνάμεων και της οικονομίας της, η ΕΣΣΔ ήταν αναγκασμένη να ενισχύσει την πολεμική της βιομηχανία για ν' ανταποκριθεί και ν' αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους επερχόμενους κινδύνους. Πράγματι, όλη αυτή η οικονομικο-κοινωνική ανάπτυξη πραγματοποιήθηκε μέσα σ' ένα σύμπλεγμα απειλητικών περιστάσεων και επικίνδυνων διεθνών εξελίξεων που οδήγησαν στο τέλος στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η, με πολλούς τρόπους, μεθοδευμένη από τους ιμπεριαλιστικούς κύκλους, χιτλερική επίθεση ενάντια στην Σοβιετική Ενωση δεν επέτρεψε την αποπεράτωση του 3ου πεντάχρονου πλάνου. Ομως, στη διάρκεια των τριών προπολεμικών πεντάχρονων πλάνων, το χάσμα που χώριζε τη σοβιετική οικονομία από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είχε σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί και η Σοβιετική Ενωση κατέλαβε μια αξιόλογη θέση μεταξύ των βιομηχανικών δυνάμεων του κόσμου. Ετσι η αποτελεσματικότητα της σχεδιασμένης σοσιαλιστικής οικονομίας έλαμψε την περίοδο αυτή, όταν η κρίση έκανε τις καπιταλιστικές οικονομίες να παραδέρνουν και να ζητούν σωτηρία σε έναν καινούργιο παγκόσμιο πόλεμο. Πολλοί συγγραφείς, που δε συμφωνούν με τις επιλογές της ΕΣΣΔ, εκφράστηκαν ωστόσο θετικά για την πορεία της σοβιετικής οικονομίας στη διάρκεια των πρώτων «πεντάχρονων πλάνων». Μεταξύ αυτών ο Πιέρ Ζωρζ έγραψε σχετικά: «Ο βασικός όρος της επιτυχίας των πλάνων ήταν η, όσο το δυνατό πληρέστερη, εφαρμογή της σοσιαλιστικής αρχής σύμφωνα με την οποία «ο καθένας δίνοντας αυτό που ήταν ικανός να προσφέρει για την πραγματοποίηση του πλάνου, στον τομέα της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λαμβάνει μια αμοιβή ανάλογη με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του». ― Το ιστορικό της χιτλερικής εισβολής, τα κατορθώματα του ηρωικού σοβιετικού λαού και η συνδρομή της Σοβιετικής Ενωσης για την τελική νίκη, έγιναν αντικείμενο πολλών μελετών και είναι, γενικά, γνωστά. Είναι, επίσης, γνωστές οι τεράστιες καταστροφές που επέφερε στη σοβιετική οικονομία ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος και ο πρωτοφανής αριθμός θυμάτων που προξένησε. Σημειώνουμε μόνο ότι το 30% του εθνικού της πλούτου καταστράφηκε. ― Για να διευκολύνει τη διαδικασία της ανάλυσης με τη διατύπωση μιας σφαιρικής εικόνας, το παρόν άρθρο θα περιοριστεί, λοιπόν, στη γενική αναφορά των κυριότερων στοιχείων και γεγονότων που επηρέασαν την εξέλιξη της οικονομίας της ΕΣΣΔ και συνέβαλαν καθοριστικά, τόσο στη νικηφόρο έκβαση της πολεμικής αναμέτρησης, όσο και στη γοργή ανοικοδόμηση της Σοβιετικής Ενωσης στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. ― Κατ' αρχήν, πρέπει να σημειωθεί ότι, πέρα από τη μεγάλη οργανωτική ικανότητα και τη διορατικότητα που διέκρινε την τότε ηγεσία του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ, η συντριπτική πλειοψηφία του σοβιετικού λαού κατανόησε, ενέκρινε και στήριξε τις πολιτικές της επιλογές με σκληρούς αγώνες και θυσίες για την υπεράσπιση της νεοσύστατης σοσιαλιστικής πατρίδας που οι ίδιοι δημιούργησαν. Το 1945, ύστερα από το σοκ της ήττας των φασιστών οι καπιταλιστικές δυνάμεις ανασυντάχθηκαν κάτω από την αιγίδα των ΗΠΑ. Αρχισαν δε σιγά-σιγά ν' ανατρέπουν τις καταστάσεις που προέκυψαν με την αντιφασιστική νίκη. Ετσι, για μια ακόμη φορά στην ιστορία της, η Σοβιετική Ενωση έπρεπε να κερδίσει χρόνο, για να επουλώσει τις πληγές που της προκάλεσαν οι εισβολείς και γενικά ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος. Επρεπε επίσης, ταυτόχρονα, να παίρνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διατηρήσει την ετοιμότητα και την αποτελεσματικότητα της αμυντικής της δομής, ιδιαίτερα τη στιγμή εκείνη που η θεμελιακή αντίθεση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος απέναντί της έμπαινε σε ένα ανώτερο στάδιο εντονότερου ανταγωνισμού, σε όλους τους τομείς, χώρους και επίπεδα. Αντιμέτωπη με όλες αυτές τις προτεραιότητες η τότε ηγεσία του Κόμματος, και ενώ προσπαθούσε να ελέγξει όσο το δυνατόν περισσότερο τις διεθνείς εξελίξεις, προγραμμάτισε και ξεκίνησε την ανοικοδόμηση της χώρας. 1.710 πόλεις και 7.000 χωριά είχαν καταστραφεί, καθώς και 65.000 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών και 1.135 ορυχεία που, πριν τον πόλεμο, παρήγαγαν πάνω από 100 εκατομμύρια τόνους κάρβουνο. Πριν ακόμη παραδοθεί άνευ όρων η Ιαπωνία, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ (μπ) και το Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού (ΣΟΒΝΑΡΚΟΜ) έδωσαν εντολή στο Κρατικό Πλάνο (ΓΚΟΣΠΛΑΝ) να καταρτίσει τα στοιχεία του 4ου Πεντάχρονου Πλάνου, που εγκρίθηκε την άνοιξη του 1946. Το «4ο Πεντάχρονο Πλάνο» (1946-1950) έδοσε την προτεραιότητα στη μεταλλουργία, στα καύσιμα, στην ενέργεια και τις μεταφορές. Ο κύριος στόχος ήταν η ανόρθωση των περιφερειών που καταστράφηκαν από τον πόλεμο. Επρεπε, επίσης, να πιαστεί και να ξεπεραστεί το προπολεμικό επίπεδο παραγωγής, τόσο στη βιομηχανία όσο και στη γεωργία. Η χώρα είχε χάσει 7 εκατομμύρια άλογα, 17 εκατομμύρια βόδια και, οπισθοχωρώντας οι φασίστες, στείλανε στη Γερμανία 137.000 τρακτέρ και 49.000 θεριστικές - αλωνιστικές μηχανές. Υπήρχαν δε 25 εκατομμύρια άστεγοι. Η αναδόμηση των επιχειρήσεων μεταλλουργίας και η δημιουργία νέων επέτρεψαν την ικανοποίηση των αναγκών στο χώρο της γεωργίας και των μεταφορών. Επέτρεψαν, επίσης, τον εξοπλισμό των σταθμών παραγωγής ηλεκτρισμού και τη διασύνδεσή τους. Το 1947, ο γνωστός σταθμός Ντνιεπρόγκ δούλευε και, το 1950, ξαναβρήκε το επίπεδο της προπολεμικής παραγωγής του. Το 4ο πλάνο προέβλεπε τη δημιουργία νέων γιγαντιαίων υδρο-ηλεκτρικών σταθμών και δικτύων ποτίσματος καλλιεργειών. Ετσι, κατασκευάστηκαν οι σταθμοί του Κουΐμπισεφ (2,1 εκατομμύρια KWH), του Στάλινγκραντ (1,9 εκατομμύρια KWH) και το μεγάλο κανάλι στην Τουρκμενία που διασχίζει της έρημο του Κάρα-κουμ, που επέτρεψε την εγκατάσταση ποτιστικών καλλιεργειών σε περίπου 600 εκατομμύρια στρέμματα ξηρής γης. Το «4ο Πεντάχρονο πλάνο» τερματίστηκε σε 4 χρόνια και 3 μήνες. Συνολικά οικοδομήθηκαν ή αναδομήθηκαν 6.500 εργοστάσια και παραγωγικές επιχειρήσεις. Ολοι οι βασικοί κλάδοι της βαρειάς βιομηχανίας ξεπέρασαν τους παραγωγικούς τους στόχους. Οι επιτυχίες της ανοικοδόμησης της ΕΣΣΔ απέσπασαν τον θαυμασμό και των εχθρών της ακόμη. Πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι θα χρειαζόταν πολλές δεκαετίες για να ανοικοδομηθούν όλα όσα είχαν καταστραφεί από τους εισβολείς. Ομως, η σοσιαλιστική βιομηχανία ξαναβρήκε το προπολεμικό της επίπεδο παραγωγής από το 1948, ήδη. Το «5ο Πεντάχρονο Πλάνο» (1951-1955) ήταν αυτό των μεγάλων έργων και της τεχνικής προόδου. Οι στόχοι του ήταν πολλαπλοί και οι περισσότεροι από αυτούς ήταν ριζικά καινούργιοι, αδιανόητοι για τις πριν από λίγα χρόνια δυνατότητες της χώρας. Η οικοδόμηση μεγάλων έργων χωροταξίας, διαμόρφωσης του συγκοινωνιακού δικτύου (οδικού και σιδηροδρομικού) και του υδάτινου προφίλ της χώρας, αποτελούσαν ένα από τα κύρια σκέλη του πλάνου. Η τεχνική πρόοδος σε όλους τους τομείς και η γοργή αύξηση της παραγωγής κινητοποίησαν όλες τις άλλες προσπάθειες. Το 1952, δύο χρόνια μετά το ξεκίνημά του, το κανάλι Βόλγα-Ντον άρχισε να λειτουργεί. Τον ίδιο χρόνο, ο υδρο-ηλεκτρικός σταθμός του Τσιμζιάνκ (στον Ντον) παρήγαγε ήδη ενέργεια και οι πρώτες δεκάδες χιλιάδες ποτισμένων στρεμμάτων από τα νερά του Ντον δίνανε μεγάλες σοδιές. Σε σχέση με το 1940, η βιομηχανική παραγωγή της ΕΣΣΔ τριπλασιάστηκε. Επίσης, τότε δημιουργήθηκαν οι πρώτες εγκαταστάσεις στον κόσμο με συνεχή ροή χάλυβα. Στο μέτρο της ενδυνάμωσης της σοβιετικής οικονομίας η τότε σοβιετική ηγεσία ανταποκρίθηκε στα νέα βαρύτερα καθήκοντα διεθνούς αλληλεγγύης. Ετσι, παρ' όλες τις ανάγκες ανοικοδόμησης της ΕΣΣΔ με την υπογραφή στις 14/2/50, από τους Στάλιν και Μάο, της Συνθήκης φιλίας και αλληλοβοήθειας, η τότε σοβιετική ηγεσία άνοιξε μια πίστωση 300 εκατομμυρίων δολαρίων και έστειλε μεγάλη τεχνική βοήθεια στην αποκλεισμένη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, συνοδευόμενη με πολυάριθμες και μακρόχρονες αποστολές σοβιετικών ειδικών, επιστημόνων και τεχνικών. Πολύμορφη ήταν, επίσης, η οικονομική και τεχνική βοήθεια προς όλες τις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες και στα διάφορα απελευθερωτικά κινήματα. Από την άλλη μεριά δεν παραμέλησε ούτε λεπτό την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της χώρας. Τα αποτελέσματα της ήδη μακρόχρονης, θεμελιακής έρευνας άρχισαν να αξιοποιούνται τόσο στους τομείς της πυρηνικής φυσικής και της οργανικής χημείας, όσο και σε αυτούς της μεταλλουργίας, της ρομποτικής και της πληροφορικής. Ετσι, η σοβιετική άμυνα διέθετε από το 1949 την ατομική βόμβα και από το 1953 την βόμβα υδρογόνου. Η πολιτική των πεντάχρονων πλάνων και η σθεναρή υποστήριξη της εφαρμογής της μετέτρεψαν την αγροτική και καθυστερημένη οικονομία της χώρας των Σοβιέτ, σε μια μεγάλη και βιομηχανικά προχωρημένη δύναμη και της επέτρεψαν να βγει νικηφόρα από τη δοκιμασία του Β΄ παγκόσμιου πολέμου. Αυτό αναγνωρίζεται από όλους, γενικά, παρ' όλες τις ταξικές αντιθέσεις πολλών επικριτών. Η αποτελεσματικότητα της σοσιαλιστικής οικονομίας αποδείχθηκε αδιαμφισβήτητα μετά το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου, όταν χρειάστηκε να οικοδομηθούν τα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι φασίστες εισβολείς. Παρ' όλες τις τεράστιες απώλειες της ΕΣΣΔ σε ανθρώπινο δυναμικό, η πραγματοποίηση των δύο πρώτων μεταπολεμικών πλάνων πέτυχε την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων περιοχών, την μετατροπή της πολεμικής οικονομίας σε ειρηνική, την αμυντική ενίσχυση της χώρας και έβαλε τις βάσεις για μια ουσιαστική ανάπτυξη του επιπέδου ζωής των σοβιετικών λαών. Προπολεμικά η σοσιαλιστική οικονομία δε θεωρούνταν ως «κίνδυνος» από τους δυτικούς αναλυτές. Ο «κίνδυνος» φάνηκε με την πραγματοποίηση του 5ου Πεντάχρονου Πλάνου. Τότε ο αστός ειδικός Φ. Λίντσεϋ έγραφε: «Η Ρωσία διέρχεται μια εξαιρετικά ταχεία άνοδο στο διάστημα της τελευταίας δεκαετίας... Η σοβιετική απειλή είναι μεγάλη και αυξάνει ταχύτατα». Στα πρώτα πέντε πεντάχρονα πλάνα, οι αρχές και τα κριτήρια της σοσιαλιστικής οικονομίας εφαρμόστηκαν με ακρίβεια. Οι εργαζόμενοι μελετούσαν και αντιμετώπιζαν υπεύθυνα την πορεία της δουλειάς τους και η σοσιαλιστική άμιλλα αναπτυσσόταν γοργά. Γι' αυτό και οι ρυθμοί αύξησης της παραγωγής ήταν πρωτόγνωροι. Οι πίνακες που ακολουθούν συνοψίζουν την εξέλιξη της σοβιετικής οικονομίας στην περίοδο αυτή, για τους κυριότερους τομείς παραγωγής. Για τους πίνακες: http://www.kke.gr/komep/1999/6/Tselikas.html Στις 5/3/1953 επέρχεται ο θάνατος του Ι. Β. Στάλιν, ο οποίος υπήρξε εξέχων ηγέτης της ΕΣΣΔ, σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο. Η σοβιετική οικονομία συνεχίζει ν' αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς και κατέχει, ήδη, σε πολλούς τομείς την πρώτη θέση. Στο διεθνή στίβο, επίσης, ο ρόλος της ΕΣΣΔ δυνάμωσε, χάρη στη ρεαλιστική προσέγγιση των, έτσι και αλλιώς, οξυμένων διεθνών εξελίξεων και στο μέτρο των υπομονετικά και βαθμιαία κεκτημένων δυνάμεων της σοβιετικής άμυνας. Κατά το δεύτερο μισό της 10ετίας του '50, στο πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας αρχίζει μια στροφή, μια αλλαγή κατεύθυνσης. Παρ' όλες τις ενδιάμεσες προσπάθειες ανάσχεσης και διόρθωσης, η έκτοτε πορεία της σοβιετικής οικονομίας είναι γνωστή. Το ίδιο και η κατάληξη. ΙΙΙ. Συμπερασματική προσπάθεια Η παραπάνω σύντομη ιστορική επισκόπηση με τη συνδρομή της καταγραφής των οικονομικών αποτελεσμάτων και των άλλων επιδόσεων της ΕΣΣΔ, κάνει δυνατή τη διατύπωση μιας πρώτης συμπερασματικής προσπάθειας για τις εξελίξεις που σημάδεψαν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, στην αρχική αυτή περίοδο της ιστορίας του, και τη μεγάλη σημασία τους. Οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που ακολουθούν αναφέρονται στους παράγοντες που καθόρισαν τις εξελίξεις αυτές, τόσο στη σφαίρα των πολιτικών δραστηριοτήτων όσο και σε αυτήν της οικονομίας και του πολιτισμού. Το σύνολο των εξελίξεων σε όλη τη διάρκεια της πρώτης αυτής περιόδου της ιστορίας της ΕΣΣΔ αντανακλά την έμπρακτη προσπάθεια επαλήθευσης και εφαρμογής των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού, που επιχειρήθηκε για πρώτη φορά στον κόσμο. Ετσι, πέρα από τη μεγάλη συνέπεια και ανιδιοτέλεια που διέκρινε τους διάφορους υπευθύνους της τότε σοβιετικής ηγεσίας, η αυστηρή τήρηση των θεωρητικών αρχών, η επίμονη διαφύλαξη της ιδεολογικής ταυτότητας και η διορατικότητα, ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά των εκάστοτε κρίσιμων πολιτικών επιλογών, που καθόρισαν τις οικονομικές εξελίξεις και τη γενική πορεία της ΕΣΣΔ την εποχή εκείνη. Το δεδομένο αυτό, σε συνοχή με τα άλλα βασικά δεδομένα, όπως η μεγάλη οργανωτική ικανότητα των στελεχών και μελών του μπολσεβίκικου κόμματος, η δυναμική που έδειξαν για την κινητοποίηση των λαϊκών μαζών στην ύπαιθρο και στην πόλη, καθώς και η γενική αντικειμενική αισιοδοξία που πήγαζε από την πρωτόγνωρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αποτέλεσαν τα κύρια συστατικά των παραγόντων που καθόρισαν την οικονομικο-κοινωνική ανάπτυξη της ΕΣΣΔ. Ενα δεύτερο γενικό συμπέρασμα βγαίνει από τη διαπίστωση ότι παρ' όλη τη μέχρι αυτοθυσίας αφοσίωση του στελεχικού δυναμικού στην υπόθεση της σοσιαλιστικής πορείας, έφτασε τελικά η στιγμή που το σοσιαλιστικό στρατόπεδο βρέθηκε με αδύναμες εφεδρείες στη συνέχιση της σκληρής ταξικής διαπάλης. Ο συσχετισμός δυνάμεων εξακολουθούσε να είναι δυσμενής. Παρά την περίλαμπρη αντιφασιστική νίκη, στο τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου οι εφεδρείες του καπιταλισμού παρέμειναν ακόμη ισχυρές και, ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ, άνετα προετοιμασμένες. Στο σημείο αυτό υπέχει να υπογραμμιστεί πόσο άτοπη, χωρίς ουσία και ανιστόρητη είναι η κριτική μερικών από τους υποστηριχτές των αστικών ιδεολογημάτων για το αν η επανάσταση έπρεπε να γίνει σε ένα οικονομικά και κοινωνικά καθυστερημένο κράτος και, ακόμη, αν η επανάσταση ήταν δυνατό να γίνει, να προχωρήσει και να εδραιωθεί σε ένα μόνο κράτος, σπαταλώντας δυνάμεις που... θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην πραγματοποίηση της «παγκόσμιας επανάστασης». Μια πιο ολοκληρωμένη απάντηση στις κατευθυνόμενες αυτές ερωτήσεις θα μπορούσε ν' αποτελέσει το αντικείμενο μιας ιδιαίτερης εργασίας, στηριγμένης σε πιο λεπτομερή και πληρέστερη τεκμηρίωση γεγονότων, πράξεων και ιστορικών δεδομένων. Η παρούσα επιχειρηματολογία περιορίζεται αναγκαστικά λόγω χώρου, στις σχετικές γενικές αναφορές που μεταφέρονται στις υποσημειώσεις. Επισημαίνει, όμως, ότι η ιστορική αναγκαιότητα των επαναστατικών επιλογών είναι στενά δεμένη με τα κοινωνικο-οικονομικά δεδομένα του κάθε χώρου, καθώς και με τις διεθνείς συγκυρίες. Υπενθυμίζει δε, ότι η λενινιστική θεωρία του «αδύνατου κρίκου» επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα στη διάρκεια του αιώνα μας (Κίνα, Κούβα, Βιετ-Ναμ κλπ.). Ετσι και αλλιώς, σε κάθε περίπτωση, ο καθένας αναλαμβάνει τις ευθύνες του και, στη συνέχεια, λογοδοτεί μπροστά στην ιστορία που, οπωσδήποτε, καταγράφει τη συνέπειά του. Το τρίτο γενικό συμπέρασμα που πηγάζει από τα δεδομένα της προηγούμενης ανάλυσης συνοψίζεται στο ότι η ιστορική εμπειρία της ΕΣΣΔ είναι γραμμένη με ανεξίτηλα γράμματα στο ενεργητικό του Παγκόσμιου Εργατικού Κινήματος και αποτελεί ένα γερό στήριγμα για τους αγώνες που αναπτύσσονται, με στόχο την κατάλυση του καπιταλιστικού συστήματος και την αντικατάστασή του από το σοσιαλιστικό. Πέρα όμως από τα παραπάνω γενικά κοινωνικο-πολιτικά συμπεράσματα η εμπειρία της ΕΣΣΔ προσφέρει, επίσης, πολλά διδάγματα μεγάλης σημασίας για την πρακτική εφαρμογή της σοσιαλιστικής ανάπτυξης και για τους παράγοντες, τις συνθήκες και τους όρους εξέλιξης της σοσιαλιστικής οικονομίας. Το πρώτο από τα διδάγματα είναι η αναγκαιότητα του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και, φυσικά, του ελέγχου ποσότητας και ποιότητας των διάφορων παραγωγών, καθώς και των ρυθμών ανάπτυξης του κάθε κλάδου, με γνώμονα τις σοσιαλιστικές αρχές, που στοχεύουν στη βελτίωση του βιοτικού και πνευματικού επιπέδου του λαού, παράλληλα με τη βελτίωση του περιβάλλοντος. Το δεύτερο μεγάλο δίδαγμα είναι η προτεραιότητα που δόθηκε στην ανάπτυξη της παραγωγής μέσων παραγωγής, πάνω στην οποία στηρίχθηκε η ανάπτυξη όλης της σοβιετικής οικονομίας, σε εναρμόνιση με τις ενδείξεις του κεντρικού σχεδιασμού. Πρέπει, επίσης, να μελετηθούν οι καινοτομίες που εγκαινίασαν τα πρώτα «πεντάχρονα πλάνα», ο κεντρικός σχεδιασμός των οποίων προέβλεπε ένα πρότυπο βιομηχανοποίησης με σύμμετρη ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων κλάδων. Η ταυτόχρονη αυτή διαδικασία ανάπτυξης της παραγωγής των μετάλλων, των καυσίμων, της ηλεκτρικής ενέργειας, των μηχανών, της χημικής βιομηχανίας κλπ. πρωτόγνωρη τότε στον οικονομικό χώρο, είναι σε θέση (ακόμη και σήμερα, αλλά και στο μέλλον) να εξασφαλίσει την πρόσβαση σε ένα ανώτερο στάδιο της οικονομικής ανάπτυξης. Τέλος, υπέχει να γνωστοποιηθεί ευρύτερα το γεγονός ότι η τότε σοβιετική ηγεσία δεν παρέλειψε να συμβάλλει ενεργά στη διερεύνηση και τη μελέτη των οικονομικών προβλημάτων που παρουσιάζονταν στην περίοδο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης της ΕΣΣΔ. Πολλές και διάφορες ήταν οι σχετικές εργασίες και οι θεωρητικές προσεγγίσεις των προβλημάτων αυτών και ο διάλογος που αναπτύχθηκε στα αντίστοιχα ιδρύματα και θεσμικά όργανα ήταν πλατύς. Τελειώνοντας, η παρούσα εργασία προτρέπει τους αναγνώστες να μελετήσουν σοβαρά το έργο του Ι. Β. Στάλιν «Οικονομικά Προβλήματα του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», επικεντρώνοντας την προσοχή τους στο κομμάτι που αναφέρεται στην αναγκαιότητα ουσιαστικής εκπλήρωσης τριών βασικών προκαταρτικών όρων για το πέρασμα στον Κομμουνισμό. Προτείνει δε στους συντρόφους ειδικούς της οικονομικής επιστήμης να εμβαθύνουν τα στοιχεία εκπλήρωσης του 2ου όρου (ανέβασμα της ιδιοκτησίας των Κολχόζ ως το επίπεδο της κοινωνικής ιδιοκτησίας και βαθμιαία αντικατάσταση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων με το σύστημα της ανταλλαγής των προϊόντων).
|